Tuesday, February 22, 2022

22/2/2222

Να γράφεις, της είχε πει. Να γράφεις κάθε μέρα. Από λίγο. Κι αν δεν θες, πάλι να γράφεις. Για να μην ξεχνάς. 

Το λευκό νυχτικό που έπλυνε για σένα, και σου το ‘στειλε πίσω την άλλη μέρα, καθαρό και διπλωμένο.

“Πώς; Πώς το κατάφερες;”, τη ρώτησες.

“Τι σε νοιάζει…;”

Να μην κουράζεις το μυαλό σου εσύ με χλωρίνες και λουλάκια.

Να μην σκεφτείς καν πόσην ώρα έτριβε κάτω από τη βρύση. Όχι με τη δική σου τη μανία, μα με το δικό της χάδι, λες κι έπλενε το ίδιο το παιδί της, βαμβάκι εκ της σαρκός της.

Χρειάστηκε τόσος πόνος, τόση ανάγκη, τόσο σκούρο μπλε της δύσης, για να πάρεις την απάντηση από ένα αστυνομικό μυθιστόρημα: με κρύο νερό. Έτσι καθαρίζει το αίμα.


Sunday, September 12, 2021

Καφενείο

Το είδα ανοιχτό θεία. 

Με κόσμο, με όλη την οικογένεια, με χαρά, με γέλια. 

Όλοι ήταν εκεί. Και όλα. 

Ακόμα και η «επιγραφή αυτού επιγεγραμμενη», που λένε. Καφενείο Α. Κ. 

Τα ράφια γεμάτα με σάλτσες, μαρμελάδες, αναψυκτικά. 

Φως από τα παράθυρα, τα ανοιχτά σε μια θάλασσα. 

Καλύτερο από ο,τι ντρεπόμουν να ονειρευτώ.  Η φοβόμουν. 

Αυτά τα όνειρα θα με τρελάνουν μια μέρα, θεία. Η θα με σώσουν.

Δεν έχω εκείνη πια να της τα λεω.  

Όχι ότι θα το έκανα.


Friday, July 30, 2021

Ηχώ

 Όταν μπαίνω στο σπίτι σου, φωνάζω πάντα το όνομά σου. Κι αντιγυρίζει κρύα, κούφια και σύντομη η ηχώ μου. Λες κι όταν έφυγες πήρες μαζί σου κάτι από τον χώρο. Όπως γινόταν πάντα, όταν έφευγες. Σκληρό πράμα το φευγιό. Μα όλα, τελικά,δεν είναι δρόμος;

Credits το Γιάννη Τζανετάκη και Παντελή Βούλγαρη

Saturday, March 20, 2021

Free will

 Υπάρχουν άνθρωποι που πεθαίνουν, ενώ θα ήθελαν να ζήσουν

Υπάρχουν άνθρωποι που ζουν, ενώ θα ήθελαν να πεθάνουν 

Thursday, January 28, 2021

Πάπρικα

Τακτοποιώ. Ξεκαθαρίζω. Αδειάζω. Πετάω. Και κολλάω -και πάλι- σε εκείνο το βαζάκι, που γράφει απ' έξω "πάπρικα". Κι όλο διστάζω να το αδειάσω, όλο διστάζω να το πετάξω, ένα που έχει τα γράμματά σου απ' έξω, κι ένα που εκεί μέσα κρατάω κάτι λίγο από σένα, από το νοιάξιμο και την αγάπη που έβαζες σε ό,τι έφτιαχνες. Και προσπαθώ να ανασυνθέσω τη μέρα, τη στιγμή, τα ρούχα σου, τα χέρια σου, τον καιρό. Και καταλήγω να βάζω το βαζάκι πίσω στο ντουλάπι, μέχρι την επόμενη φορά...που θα πω πως είμαι καλά, αλλά δεν είμαι. Που θα πω πως το ξεπέρασα, αλλά δεν το 'κανα. Που θα πω πως σε συγχώρεσα, μα πάλι δεν τα κατάφερα. Που θα πω πως θα τα καταφέρω, μα πάλι φοβάμαι πως στα ίδια θα γυρίζω. 

Στα ίδια όνειρα και ταξίδια μες στον χρόνο. Που μου τα 'κλεψαν και τα 'καναν ταινία. Που βραβεύτηκε. 

Εν αγνοία μου. Εν τη απουσία μου.

Εγώ. Η Ιουλίτα. Που ονειρεύεται. 



Thursday, January 16, 2020

Respect

Υπάρχουν εκεί έξω κάποιοι άνθρωποι, που ξέρουν ότι στο τέλος ο θάνατος θα τους νικήσει, κι αφήνονται σιγά-σιγά στα χέρια του, χωρίς όμως να έχουν πάψει λυσσαλέα να παλεύουν μέχρι τέλους για ο,τι για τους ίδιους είναι ακόμα πιο σημαντικό από τη ζωή τους την ίδια: το μέλλον και οι ζωές των άλλων.

Στον Τ.Γ.



Wednesday, September 27, 2017

Και να που σε ξαναγνωρίζω. Εσύ εκεί κι εγώ εδώ. Εσύ σε μια κορνίζα κι εγώ στην κουζίνα μου, να φτιάχνω ζύμες που θα σε έκαναν περήφανη για την νοικοκυροσύνη μου. Τα αόρατα μάτια σου είναι παντού. Τα ασύλληπτα χέρια σου διορθώνουν τυχόν ατέλειες στις κινήσεις μου. Πάντα τα ήθελες όλα τέλεια. Συχνά με πλήγωνες, μα δεν σου το κρατούσα. Τώρα καταλαβαίνω ότι ακόμα και με λάθος τρόπο, την αγάπη σου ήταν που μου έδειχνες. Αυτό ήξερες. Πώς θα μπορούσα να σου κρατήσω κακία;
Κι εγώ τώρα πρέπει να ζήσω. Και να ζήσω καλά. Γιατί δεν είναι απλά δικαίωμά μου. Είναι υποχρέωση. Εσύ διάλεξες τον εύκολο δρόμο. Το δύσκολο είναι να ζεις, τελικά. Έχει μια κάποια παραπάνω ευθύνη ο χώρος και ο τρόπος που τον καταλαμβάνεις στα επίγεια.
Σε κοιτώ και σε ξαναμαθαίνω. Με διδάσκεις κι ας μην μιλάς. Κι ας έχεις αυτό το αινιγματικό βλέμμα. Όλα θαρρώ πως μπορώ να τα ερμηνεύσω τώρα. Όλα.
Μα προτιμούσα να μου πεις "δεν μπορώ άλλο. Κουράστηκα". Κι ύστερα ας έφευγες, για όπου διάλεγες. Έτσι, ίσως και να σε συγχωρούσα κάποτε. Τώρα πώς να σε συγχωρήσω;

Sunday, March 29, 2015

Τόσο απλά...

"Άκου να δεις", του είπα, κοιτώντας τον σοβαρά στα μάτια, λες κι έσκαβα μέσα τους. "Θα μπορούσα μ' ένα κλικ, να, έτσι" -απελευθερώνοντας στιγμιαία τον μέσο από τον αντίχειρα και αφήνοντάς τον πρώτο να χτυπήσει πάνω στην παλάμη μου- "μ' ένα σου βλέμμα και μόνο στο σκοτάδι, να μπω in the mood for love. Τόσο απλά".

Saturday, December 07, 2013

Βράδυ Σαββάτου

Θυμάμαι εκείνα τα πάρτυ με Rosso Antico, και τα άλλα με μπύρες και τα άλλα με τζην και λεμόνι και τα άλλα με βότκα και πορτοκάλι. Θυμάμαι καπνούς σε μπαράκια, ντίσκο και καθιστικά, θυμάμαι βλέμματα και προσδοκίες, να μην περνάνε οι ώρες μέχρι να τον δω, να μην θέλω να ξεκολλήσει εκείνα τα μάτια από πάνω μου, να μην θέλω να με δει που τον κοιτάω. Θυμάμαι ξενύχτια με γέλια, με απογοήτευση και με θλίψη, θυμάμαι κρύο χειμωνιάτικο με γούνινα μπουφάν και καλοκαιρινή υγρασία με λευκό πουκάμισο και τζην ξεθωριασμένο. Θυμάμαι που δεν πατούσα στη γη, όταν ήσουν κοντά μου, σε θυμάμαι, εσένα, κι εσένα, κι εσένα, τα φιλιά σου, τα χέρια σου, τα μάτια σου, τα "να σε πάω σπίτι;", τα "κι εσύ αυτό θα 'κανες για κάποιον που αγαπάς", το "έλα, πάμε μια βόλτα;", τον ώμο που έγειρα μεθυσμένη, τη βροχή στο τζάμι, το χιόνι στον ουρανό, τα ροζ μου γοβάκια της Prada που έγιναν παραμύθι μες στη νύχτα, τους χορούς μας πάνω στα μπαράκια, όλα τα θυμάμαι. Πόσο όμορφο ήταν που σε αγάπησα, κι εσένα, κι εσένα, κι εσένα, πόσο μου λείπουν σήμερα εκείνα τα βράδια της αναμονής, μου λείπουν εκείνα τα χρόνια, η ανεμελιά, το "τα πάντα" του "τότε" που είναι το "τότε" του "σήμερα", μου λείπει να ετοιμαστώ να πάω σε ένα πάρτυ ώρες πριν, να μην ξέρω αν θα είσαι εκεί ή όχι, να σε δω μπροστά μου να με κοιτάς λες κι είμαι ο,τι πιο όμορφο έχεις δει, να πιούμε μαζί, όλοι μαζί, μα να μην με νοιάζει κανείς άλλος εκεί μέσα, να χορεύουμε, να γελάμε, να με πάρεις απ' το χέρι και να με πας μια βόλτα με το αμάξι, να δούμε εκείνα τα φώτα από ψηλά κι από μακριά, να καπνίσουμε ένα τσιγάρο έξω από το αυτοκίνητο, να σου λέω και να με ακούς, όπως μόνο εσύ ξέρεις, δεν βρήκα κανέναν άνθρωπο να ακούει όπως εσύ, να τύχουμε εκείνο το τραγούδι στο ραδιόφωνο και να καταλάβεις πως θέλω να μου πιάσεις το χέρι και να μην το αφήσεις, να μου χαϊδέψεις το μάγουλο και στα μάτια σου, μόνο στα δικά σου μάτια, να ξαναγίνω εκείνο το κορίτσι. Ποτέ δεν μας έκατσε να είμαστε μαζί. Κι αν μας έκατσε, ούτε εγώ το κατάλαβα, ούτε εσύ. Δεν συνηθίζω να γκρινιάζω για τέτοια ζητήματα λάθος χρονισμού. Αυτά χαρίζουν τις απρόσμενες πινελιές που ολοκληρώνουν τη ζωγραφιά. Μια λάθος πινελιά, μια λάθος βελονιά, ένα ατύχημα, κάτι στο οποίο η μνήμη θα μένει πάντα κολλημένη. Τα άλλα, τα αναμενόμενα, τα "εντός σχεδίου" η μνήμη θα τα διαγράψει, θα τα εννοποιήσει σε ένα σχήμα. 
Το αγαπάω το "τώρα" μου. Παρόλα αυτά, σήμερα το βράδυ, θα ήθελα να είμαι 17, να χτυπήσει η πόρτα μου και να είσαι εσύ και να ρωτήσεις τους γονείς μου: "ήρθα να την πάρω για βόλτα. Επιτρέπετε;". Μπορώ σήμερα να σε ονειρευτώ;

Monday, June 17, 2013

Εγώ

Φόρεσα εκείνες τις σαγιονάρες και σε θυμήθηκα. Δοκίμασα εκείνο το φουλάρι και σε σκέφτηκα. Αν η σκέψη έχει μια μαγική δύναμη να μετακινεί, τότε εγώ ήμουν εκείνη που σε έφερε σήμερα δίπλα μου.

Friday, March 15, 2013

Καμιά φορά τη σκέφτομαι σαν να μην είναι εδώ, σαν να 'χει φύγει. Ίσως να φταίει που 'χω καιρό να την δω."Τι θα έκανες εσύ;", τη ρωτάω. "Τι θα απαντούσες;". Προσπαθώ να μου φορτώσω χρόνια, να πάρω λίγη από τη σοφία της. Υποθέτω πως είμαι κάπου στον δρόμο για να την προσεγγίσω. Αν ποτέ. Εκείνη έχει έναν τρόπο να βάζει σε μια κουβέντα τα πιο βαθειά νοήματα, τα πιο αυτονόητα πράγματα, τα φωτίζει έτσι, που ούτε για κείνη να λες ότι είναι σοφή, ούτε για σένα ότι ήσουν ανόητος. Δεν θα το 'λεγε ποτέ αυτό, ούτε για σένα, ούτε για κείνη. Για σένα ειδικά, δεν θα σήκωνε μύγα στο σπαθί της. Θα σε υπερασπιζόταν ενάντια σε κάθε τρανταχτή απόδειξη της ενοχής σου. Μέχρι εκεί. Μετά θα σου έλεγε "έκανες λάθος". Μέχρι εκεί. Κι όχι μόνο για εσένα. Για όλους μας. Ναι, έκανα λάθη. Λάθη από εγωισμό, από φιλαρέσκεια, από ανασφάλεια, από ματαιοδοξία, από υπερηφάνια. Όμως τα περισσότερα δεν έβλαψαν κανέναν. Από όλα προσπαθούσα να προστατεύω καλά όλους γύρω μου. Εκτός από κείνα για τα οποία υπερηφανεύτηκα μέσα μου. Γι' αυτά μετανιώνω. "Τι θα έκανες εσύ γιαγιά;".

Monday, September 24, 2012

Επιστροφή


Η κόρη της είχε προβεί στο απονενοημένο διάβημα. Για μια αιωνιότητα, αν τόσο ζούσε, θα άναβε στη μνήμη και την εικόνα της το καντηλάκι στην κουζίνα να καίει νύχτα-μέρα. Φύτευε και πρόσεχε λουλούδια, τα είχε σαν εγγόνια -καλύτερα, σαν δισέγγονα. Απ' όλα είχε, και εγγόνια και δισέγγονα και αγάπη και φροντίδα. Μα τα μαύρα δεν τα είχε βγάλει ούτε λεπτό από πάνω της. Ίσως να ήθελε να φύγει από τότε, χρόνια τώρα. Ίσως και να μην ζούσε, μέσα της. Ίσως εκείνη να ερχόταν τα βράδια στον ύπνο της και να της έλεγε "μάνα, όχι ακόμα". "Καλά, παιδί μου", ξημέρωνε, νύχτωνε, το γάλα, το ψωμί και το μέλι, το σάλι στην πλάτη από χέρια ξένα και οικεία, το ποτιστήρι, ο ήλιος, οι αέρηδες, οι εποχές, πέθανε η απέναντι, αρρώστησε η αποκάτω, έλα για έναν καφέ, είσαι καλά; δεν σε είδα σήμερα, αχ. Εκείνος ο βήχας τον τελευταίο καιρό την είχε κουράσει. Με τα φάρμακα δεν γινόταν τίποτα πια. Στα όνειρά της είχε αποθέσει τις τελευταίες τις ελπίδες. Όταν εκείνη της είπε "μάνα, έλα", γλύκανε και ηρέμησε και χαμογέλασε, όπως δεν την είχες δει ποτέ ξανά. Για εκείνες, ήταν μια μάνα που τα άφησε. Για κείνη, ήταν μια κόρη που έχασε.

Sunday, June 05, 2011

Ε;

Σάμπως αυτός δεν ήταν κάποτε παιδί; Αυτός, με τη μεγάλη κοιλιά και τα άσπρα μαλλιά, που κοιτάς τώρα, μήπως δεν έτρεξε, δεν έπαιξε, δεν έκλεψε κάποτε; Μήπως δεν ερωτεύτηκε, δεν ονειρεύτηκε; Μήπως κάποτε δεν έβλεπε όλη τη ζωή μπροστά του σαν θάλασσα, στην απέραντη άγνοιά του; Μην τον κοιτάς έτσι, σαν να μην είχε ποτέ παρελθόν. Ίσως κι αυτός να κουβαλά στη μέσα τσέπη του σακακιού του μια φωτογραφία, σε πλήρη άνθηση των νιάτων του, τότε που τον φώναζαν Αλέν Ντελόν, κι ούτε ο ίδιος θα πίστευε, αν του έλεγες, ότι, χρόνια μετά, θα πουλά λαχεία στα ΚΤΕΛ.

Tuesday, May 03, 2011

Τάδε έφη...

Μου είπε πως με περίμενε πώς και πώς, πως με είχε σαν θησαυρό, πως ήμουν ο θησαυρός της. Με τύλιγε σε υποκίτρινες πλεκτές κουβέρτες, καμωμένες με αγάπη και προσμονή. Με φωτογράφιζε ξαπλωμένη μόνη ή στην αγκαλιά της, μέχρι που μεγάλωσα αρκετά για να μπορώ να περπατάω, να τρέχω, να χάνομαι. Με παράπονο μου το 'πε, με παράπονο που δεν το 'χα καταλάβει τόσον καιρό. Τι από όλα όσα δεν έχουμε καταλάβει εννοείται; Πόσα άλλα είναι;

Friday, January 07, 2011

Το αύριό σου

Πάντα περιμένεις τη μέρα μετά τη σημερινή, τη στιγμή πέρα από την παρούσα, το αύριο που θα είναι καλύτερο, τη μέρα που θα βγεις από κει, τη μέρα που θα πας εκεί, τη μέρα που θα είσαι έτσι, το όταν, το άμα, το μόνο αν. Κι εγώ σου φωνάζω και αναθεματίζω τα πλάνα σου, λες και κάποιος σου 'βαλε μια υπογραφή πως θα ζήσεις έτσι και θα ζήσεις τόσα χρόνια και μπορείς συνεπώς να αφήνεις τον καιρό σου να περνά κάνοντας σχέδια για το αύριο που θα έρθει. Το μόνο που μπορώ να σου πω για το αύριο είναι ότι μπορεί να είναι καλύτερο, όπως μπορεί να 'ναι και χειρότερο, και, τελοσπάντων, άμα υπάρχεις κι έχεις τα μάτια σου ανοιχτά και το μυαλό σου σώο, το αύριό σου ήδη το έχεις ονομάσει χτες. Η λέξη αύριο υπάρχει για τους ζώντες, γιατί για μια ελπίδα, λέει, ζει ο άνθρωπος, μα ο άνθρωπος καλά θα κάνει απλά να ζει, αντί να ελπίζει. Κι άμα φοβάσαι πως θα πεθάνεις, στο λέω 'γω, είσαι ήδη νεκρός.
Οι άνθρωποι πάλεψαν για την ελευθερία τους από τον φόβο, μέχρι να αποφασίσουν πως, σε πολλές περιπτώσεις, αυτός τους βολεύει αφάνταστα, γιατί καταπραΰνει την αδυναμία τους να ζουν.