Λες;
Άκου να σου πω για να ξέρεις: εδώ βρέχει πολύ. Θα σου 'λεγα να φέρεις ομπρέλα, μα πάλι ξεχνάω πως δεν θα 'ρθεις. Νομίζω πως έφυγες.
Για να βλέπω τον ήλιο και τη βροχή και τα σύννεφα και τα φώτα τη νύχτα, θα επέλεγα να μην έχω κουρτίνες στο σπίτι, αν ήταν απέναντί μου να αντικρύζω δέντρα ή ουρανό ή λιβάδια ή αν τελοσπάντων η απόσταση από τις δίπλα πολυκατοικίες ήταν τέτοια, που να μου επέτρεπε να εμφανιστώ έστω για μια στιγμή στο παράθυρο με το πουκάμισο ανοιχτό ή εντελώς γυμνή. Σήμερα το ρίσκαρα να απλώσω ένα φανελάκι, ίσαμε να προλάβω να του βάλω δυο μανταλάκια και είδα ένα πρόσωπο να κοιτά από το παράθυρό του προς το μέρος μου. Όχι, δεν έκλεισα το πουκάμισο όπως όπως, έτσι σκυφτή καθώς ήμουν κι αυτό ξεκούμπωτο. Μα μπήκα μέσα όπως όπως, χωρίς καν να προλάβω να μυρίσω τον αέρα. Μου 'ρθε στο νου (θου Κύριε!) η φράση που διάβασα χτες "...ίσως η ζωή να είναι πολλά άλλα πράγματα εκτός από το ν' αγαπάς κάποιον". (Να μην ξεχάσω να εμβαθύνω σε αυτήν μόλις ξαπλώσω να κοιμηθώ). Ναι, μου 'ρθε ξανά καθώς άπλωνα το φανελάκι. Τη σκέφτομαι από χτες που τη διάβασα. Παρόλα αυτά τα όνειρά μου δεν είναι για την αγάπη, τα όνειρά μου σέρνονται σε κρύα πλακάκια μαζί με τα πόδια μου, βολεμένα καθώς είναι σε ζεστές κάλτσες, τα όνειρά μου πλένουν τα δόντια τους με παγωμένο νερό και τρίβουν τα μάτια τους καθώς πίνουν έναν καφέ -όποτε. Τα όνειρά μου από καιρό με αγνοούν, χωρίς να μου επιτρέπουν να κάνω το ίδιο. Γι' αυτά δεν υπάρχω. Εγώ, αντίθετα, τους δίνω βήμα και παρουσία, επενδύω τις αϋλες μορφές τους με ρούχα και πρόσωπα και συναισθήματα και τα κάνω κτήμα μου, τα εντάσσω στη ζωή μου. Μα πια αρνούμαι να μετράω "από τότε που...". Αρνούμαι τα γενέθλια, τις γιορτές, τις επετείους. Τι σημασία έχει ο χρόνος που πέρασε; Δεν με νοιάζει να γιορτάζω τον χρόνο που περνά.
Ε, μα στο 'πα, αυτή η βροχή θα με τσακίσει, δεν είναι ότι πονάν τα κόκαλά μου, δεν έχω σπάσει ποτέ κανένα, μα μουσκεύει η σκέψη μου, γλύφει τοίχους και δρόμους και υπονόμους, καταλήγει στη θάλασσα και χάνεται. Χάνεται.
Εδώ και καιρό έχω σταματήσει να κάνω τον σταυρό μου πριν πέσω να κοιμηθώ. Σταμάτησα να φοβάμαι. Σταμάτησα και να προσδοκώ.
Ξέρω
Ξέρω πως καμιά φορά δεν βρίσκουμε τα λόγια, ξέρω πως, κι αυτά που ξέρουμε, μερικές φορές αναρωτιόμαστε αν πρέπει να τα πούμε και να τα ξαναπούμε, όχι από εγωισμό, αλλά γιατί δεν μπορούν να γίνουν πράξεις, και κάπως πρέπει να κρατηθούμε χωρίς αυτές, μαθαίνουμε να ξεχνιόμαστε σε άλλες καθημερινές πράξεις επιβίωσης, να προσέχουμε τα αυτοκίνητα καθώς περνάμε τον δρόμο, να κλειδώνουμε την πόρτα, να ντυνόμαστε καλά στο κρύο, να αγοράζουμε ψωμί και να πιάνουμε κουβέντα με την κοπέλα στο ταμείο, να μιλάμε σε τηλέφωνα εργασιακού χώρου, να δικαιολογούμε την όποια απόσταση κοιτάζοντας ένα ζευγάρι που μαλώνει στον δρόμο.
Πού και πού κάνω πως ξεχνάω ή πως δεν ακούω. Μα ξέρω.
Απουσία.
Κι έτσι, καθώς έσκυψα μπροστά σου, με πήραν τα δάκρυα, δεν ξέρω αν ήταν για σένα ή για όλους μας και δεν σκόπευα να τα ρωτήσω, ούτε εκείνα εμένα, αν τα δάκρυα ρωτούσαν, θα σήμαινε ότι έχουν κι ελεύθερη βούληση, την οποία μπορούν να καταπατούν εν ονόματι ενός οποιουδήποτε ελέγχου, άσε που δεν θα τα εμπόδιζα. Αυτά τα συγκεκριμένα δάκρυα δεν ήταν από τα συνηθισμένα μου. Δεν ήταν δάκρυα να γράψω γι' αυτά ως συνήθως. Ούτε από τα άλλα που δικαιολογείς λέγοντας "φύσηξε αέρας και μπήκε σκόνη στα μάτια μου" ή που καλύπτεις επιτυχημένα μια νύχτα με βροχή. Ξεκίνησαν αιφνιδιαστικά από έναν βαθύ λυγμό που έγινε πολλοί μικρότεροι, λες κι είχαμε απομείνει σε εκείνη την ησυχία μόνο εσύ κι εγώ, ακριβώς τη στιγμή που, αν ήθελα να σου μιλήσω, θα σου 'λεγα πως δεν έχω λόγια να σου πω, ούτε ποτέ είχα. Ούτε να σε κοιτάξω μπορούσα. Δεν σου χρωστάω και δεν μου χρωστάς τίποτα, ούτε καν μια συγγνώμη, δεν ήταν γι' αυτό που έκλαιγα. Εκεί που ήρθα να σε συναντήσω, πάντα ένιωθα ασφάλεια να κλάψω με την ησυχία μου, οι απουσίες είναι πολύ ισχυρές.
Τρέφω μεγάλη εμπιστοσύνη και απέραντο σεβασμό στη δύναμη της απουσίας.
Θα...
Θυμάμαι από μικρή μου άρεσε να μου "τάζουν" πράγματα. Και, θα είμαι ειλικρινής, δεν ζητούσα πολλά. Ένα δυο πράγματα με θυμάμαι πάντα να ζητάω. Όχι ότι ήθελα να μου λένε "υπόσχομαι" ότι θα κάνω ο,τι μου ζητάς, αλλά να μου λένε "ναι". Ούτε πάλι ότι ήμουν το παιδί που δεν του έλεγαν "όχι" ή δεν ήξερε από όρια (αυτά πια τα τηρούσα πάντα σε υπερβολικό βαθμό) ή δεν δεχόταν την άρνηση ως απάντηση, αλλά να, ήθελα μερικές φορές να μου λένε "ναι, θα σου πάρω αυτό που θες κάποια στιγμή" ή "ναι, θα πάμε εκεί κάποια φορά" κι ας ήξερα ότι μπορεί να μην γινόταν... έστω, με αυτήν την αοριστία του "κάποτε", δεν με πείραζε. Καταλαβαίνεις, δεν περίμενα να δω το αποτέλεσμα, ώστε να επιβεβαιώσω αν τηρήθηκε η "υπόσχεση". Δεν έβλεπα τον λόγο τους ως δέσμευση. Δεν έκρινα την ειλικρίνειά τους βάση του αποτελέσματος. Κάποια στιγμή το αντιλήφθηκαν επιτέλους και έπρατταν αναλόγως, θεωρώντας ότι με ξεγελούν, αλλά εγώ ήμουν ευχαριστημένη. Προφανώς το ίδιο κι εκείνοι, που γλίτωναν από τη γκρίνια μου.
Δεν ήξεραν ότι για μένα η απάντησή τους σήμαινε ότι όλα είναι δυνατά, ότι όλα μπορούν να γίνουν, κι ας μην γίνονταν ποτέ. Τελικά, μάλλον αναζητούσα απλά την αισιοδοξία.
Κυριακή βράδυ
Να, τέτοια μέρα θα μαζευόταν κόσμος στο σπίτι, θα φορούσαν τα καλά τους ρούχα, όχι τα πολύ καλά, αλλά σίγουρα θα ήταν περιποιημένοι, το σπίτι θα ήταν συμμαζεμένο όπως πάντα και καθαρό, θα κάθονταν στο καθημερινό -το σαλόνι το είχαμε για τις γιορτές, όχι όλες τις μεγάλες γιορτές, αφού πάντα λείπαμε, αλλά τις ονομαστικές σίγουρα, εκεί είχα γιορτάσει δυο φορές και τα γενέθλιά μου, δύο, μετρημένες στα δάκτυλα, την πρώτη επειδή το ζήτησα και τη δεύτερη πάλι επειδή το ζήτησα, γιόρτασα και μια τρίτη, μόνη μου, κανείς από όσους περίμενα δεν τα θυμήθηκε και από τότε το αποδέχτηκα και δεν θυμώνω, δέχτηκα μια ανθοδέσμη κι ένα βιβλίο με ποιήματα που από τότε που με θυμάμαι μου άρεσαν κι εκείνη κιόλας τη μέρα έγραψα ένα ποίημα που μου 'λεγε να χαμογελώ κι έλεγε για κάποιον που θα πετούσε ο,τι παλιό από τη ζωή μου και θα με έκανε να γελάω- και θα γελούσαν. Θυμάμαι τον κόσμο να μιλά και να γελά δυνατά, το δωμάτιο γέμιζε καπνό, τα τασάκια αποτσίγαρα και φλούδες από φιστίκια, η μαμά θα στεκόταν όρθια στην πόρτα με το χέρι στο κούφωμα και θα ρωτούσε τι να φέρει, οι φίλοι ως συνήθως δεν θα ήθελαν τίποτα, αλλά εκείνη κάτι θα έφτιαχνε, γρήγορα και καθόλου πρόχειρα, πώς τα έκανε αυτά τα μαγικά και το τραπέζι μεταμορφωνόταν, ακόμα δεν ξέρω. Αυτό ειδικά δεν μου το κληροδότησε. Αργά προς τη νύχτα θα έβγαιναν τα βαριά ποτήρια για το ουίσκι, ή νωρίτερα, δεν θυμάμαι τη σειρά, αν πεινούσαν πρίν ή μετά το ουίσκι. Δεν ξέρω αν χτες βράδυ ονειρεύτηκα τις φωνές και τα γέλια τους πίσω από τον τοίχο ή αν τα φαντάστηκα. Το σίγουρο είναι ότι μου έλειψαν. Τότε μου φαινόταν πολύ περίεργο αν το σπίτι δεν είχε κόσμο την Κυριακή. Τώρα από το σπίτι εκείνο λείπω. Έμειναν οι δικοί μου πίσω. 'Αλλαξαν και σπίτι και μαζί λες και τις συνήθειές τους. Είναι που μεγαλώνουν ή είναι που ψάχνουν τη χαρά σε λάθος σημεία;
'Ασε με εμένα... Τις τελευταίες μέρες στα όνειρά μου με κυνηγά ο χρόνος.
...πολλά!
Στέρεψα από προβλήματα για δύσκολους λύτες. Σήμερα, δεν ξέρω. Αμετάβατο το ρήμα. Παλεύω εδώ και ώρα κάτι να βρω, και δεν είμαι έτσι μαθημένη εγώ. Εγώ έχω μάθει τα δάχτυλα να τρέχουν και το μυαλό να μην προλαβαίνει. Κι ανάποδα, το μυαλό να τρέχει και τα δάχτυλα να μην προλαβαίνουν. Με τα χρόνια μαζί σου έμαθα κάποια λίγα πράγματα, τα ουσιώδη, θεωρώ, τα απλά. Έμαθα να δίνω χωρίς να σκέφτομαι κι έτσι ξέχασα να μετράω, έμαθα να ακούω, να κοιτάω και να θυμάμαι, κι έτσι ξέχασα να μην υπολογίζω, έμαθα να θέλω, κι έτσι ξέχασα να φοβάμαι, έμαθα να πιστεύω, κι έτσι λησμόνησα να προσέχω. Στο 'χω πει πολλές φορές στα τόσα χρόνια -λίγες, αν το διαιρέσεις με αυτά- και είσαι η μόνη, από τους ελάχιστους που το έχουν ακούσει, που δεν γελάς ούτε το αρνείσαι ούτε το βαριέσαι, μόνο με κοιτάς στα μάτια και δεν το χορταίνεις, όχι επειδή πιστεύεις πως το αξίζεις, το αντίθετο μάλιστα, μα γιατί κάθε φορά σου φαίνεται σαν να 'ναι η πρώτη, κάθε φορά σαν να σου χαρίζουν το πιο πολύτιμο δώρο, φωτίζεται το πρόσωπό σου από χαρά και σκοτεινιάζει από ντροπή, και δεν σου 'χω δώσει πολλά δώρα, γιατί όλα μου φαίνονται λίγα μπροστά σε αυτό, μα κι αυτό το ξέρεις, τι κάθομαι και σου εξηγώ;
Να σου πω πως σ' ευχαριστώ ήθελα απλά.
Εποχές
Θυμάμαι κάτι νύχτες με τα φώτα αναμμένα, φώτα αυτοκινήτου, φώτα υπολογιστή, φώτα λάμπας κίτρινης μελαγχολικής και ενοχλητικής στο ταβάνι, φώτα μικρού λαμπατέρ, φώτα μακριά πέρα από βουνά, φώτα μπαρ και μαγαζιών, φως του φεγγαριού και των αστεριών, φώτα άγνωστων δρόμων. Θυμάμαι την αφή ενός τζην φθαρμένου και μαλακού, που ακουμπούσα το χέρι μου. Θυμάμαι πάντα κάτι να ψάχνεις, πάντα κάτι να δουλεύεις στο μυαλό σου. Θυμάμαι το μέτωπό σου προβληματισμένο. Περιέργως, δεν σε θυμάμαι να γελάς συχνά. Ξέρεις, χα-χα, όχι χαμόγελο. Θυμάμαι να γελάς σπάνια, δυνατά και λίγο. Θυμάμαι όμως καλά το πώς γελάς. Μου αρέσει να σε ακούω να γελάς ή να σε νιώθω να γελάς, κι ας μην σε ακούω. Θυμάμαι το άρωμά σου, όλα τα αρώματά σου, όλες τις μυρωδιές σου. Θυμάμαι μπουφάν και κασκόλ και σκουφιά και μετά άρωμα Πασχαλιάς και μετά ζέστη, ανοιχτά παράθυρα, ιδρώτα, κλειστά μάτια στον ήλιο, πέδιλα. Μου λείπει μια εποχή για να μπορώ να σε βάλω σε έναν χάρτη με τις τέσσερις εποχές, σαν εκείνον που είχαμε στον τοίχο της αίθουσας στο δημοτικό. Τότε τις εποχές τις γράφαμε με κεφαλαία κι είχαμε κι από ένα ποίημα να πούμε για καθεμιά τους. Η Άνοιξη είχε παιδιά με λουλουδάτα πολύχρωμα στεφάνια στο κεφάλι, το Καλοκαίρι στάχια κίτρινα και έναν ήλιο χαμογελαστό, το Φθινόπωρο καστανά και χρυσά φύλλα και βροχή και παιδιά με γαλότσες και ομπρέλες, ο Χειμώνας ήταν ασπρομάλλης γέρος με φουσκωμένα μάγουλα και φυσούσε δυνατά και θυμωμένα.
Μου λείπει μια εποχή μαζί σου. Όχι να σε ακούω, μα να σε ζω.
Σμαράγδια και ρουμπίνια!
Τα πολύχρωμα πετραδάκια τα κεντημένα σε όλη την επιφάνεια της φτηνής της μπλούζας φεγγοβολούσαν σαν αστέρια στην γκρι οροφή του ταξί. Ο οδηγός σίγουρα δεν θα τα είχε προσέξει, εκτός αν τον τύφλωναν, καθώς το φως τους έπεφτε στα μάτια του. Όχι απλά φεγγοβολούσαν, αλλά χόρευαν κιόλας. Ούτε χόρευαν, σχεδόν κολυμπούσαν, έτσι μπορώ να περιγράψω την κίνησή τους. Έκανε ζέστη, τα παράθυρα ανοιχτά, ο ήλιος εισέβαλλε από παντού και διαθλάτο σε ο,τι προσέπιπτε, π.χ. σε πετραδάκια μιας μπλούζας μιας καλοχτενισμένης κυρίας. Η κυρία στη θέση του συνοδηγού είχε όρεξη για κουβέντα και σχόλια για τον καιρό. Έπινα τον καφέ μου στο πίσω κάθισμα ενός συνηθισμένου ταξί, μιας συνηθισμένης διαδρομής, μιας καινούριας όμορφης μέρας και τραγουδούσα από μέσα μου σκεπτόμενη -μην γελάσεις- πάλι εσένα.
Οι πολύχρωμοι γλεντζέδικοι αντικατοπτρισμοί απέσπασαν για λίγο την προσοχή μου.
Η Καθοριστική Στιγμή
Μπήκε στο ερμάριο ή το συρτάρι (δεν πρόσεξε και δεν θυμάται πού, γιατί είχε σκοτάδι και η μεταφορά συνετελέσθη βιαστικά, χωρίς πολλές πολλές επεξηγήσεις και ανάλογη προετοιμασία), μαζί με στυλό, χάρακες, σημειώσεις, αχρησιμοποίητα και άχρηστα ημερολόγια, υποχρεώσεις και εκκρεμότητες, ωστόσο στην κορυφή της to-do list, να μην είμαστε και άδικοι. Ναι, κι όμως, χώρεσε μια χαρά, παρότι στριμώχτηκε λιγάκι. Όλα γίνονται, αν θέλει κανείς. Θα επανέλθει στο φως άμα τω ανοίγματι του ερμαρίου, θα βγει με φούρια, θα τινάξει τις σκόνες από τα φτερά, θα αναπνεύσει βαθιά και θα μαζέψει ο,τι τελοσπάντων απέμεινε από κάτι καιρούς παλιούς που κοντεύουν να ξεχαστούν ή που δεν χρησιμεύει να επανέρχονται σε καμιά, σε οποιαδήποτε, σκέψη ή συνείδηση. Εξάλλου, ό,τι υπάρχει πραγματικά είναι το παρόν της στιγμής, όπως πάντα.
Αυτό ονομάζεται πράξη! Το παρόν. Η επιλογή δράσης ή μη-δράσης. Το "θέλω" κι όχι το "πρέπει", ούτε το "μπορώ". Η στιγμή. Ούτε το πριν ούτε το μετά της. Αυτή η χιλιοειπωμένη και κακομεταχειρισμένη και περιφρονημένη καθοριστική στιγμή...
Λογόρροια
Προσπαθείς να με ζωγραφίσεις, να με εικονίσεις, να με βάλεις σε πίνακες, σε λόγια, σε στίχους, σε σύμβολα, να με ταυτίσεις με λουλούδια ή με τον καιρό, να με φανταστείς να κρατώ μια κούπα τσαϊ ή ένα κολωνάτο ποτήρι του κρασιού ή να καταπίνω λαίμαργα νερό μια ζεστή μέρα, να φοράω φόρμες ή ανάλαφρα φορέματα ή περίεργα παντελόνια, να κοιτάω τα χαρτιά μου, να διαβάζω ένα βιβλίο ή να γελάω δυνατά. Προσπαθείς να με δεις μες στον χρόνο, ποια ήμουν, πώς μεγάλωσα, πώς ταξίδεψα και με ποιους παρέα, πώς επιβίωσα, ποιες άμυνες επιστράτευσα, κάπως σαν να μου βγάζεις τα ρούχα ένα ένα και να με βλέπεις γυμνή. Προσπαθείς να με δεις μες στη νύχτα καθώς επιστρέφω, μοναχική με φαντάζεσαι και καλά κάνεις, κι εγώ έτσι με φαντάζομαι, θες να μπεις στις σκέψεις μου εκείνης της ώρας κρυφά, λαθραία, με μια συστολή που σε χαρακτηρίζει, να υποθέσω, κανείς δεν θα του άρεσε να δουν ότι παραβιάζει ξένη ιδιοκτησία, μα εγώ θα σ' αφήσω, έτσι, μες στο σκοτάδι, ενώ σκέφτομαι έναν στίχο ή χαμογελώ που και σήμερα τα κατάφερα, όχι με τους άλλους, αλλά με μένα τα κατάφερα, εκεί ακριβώς είναι που θα σε αφήσω να εισχωρήσεις στη σκέψη μου, να εισβάλεις, να το πω καλύτερα. Για τόσο λίγο. Φτάνει για σήμερα. Όχι ότι σου βάζω όρια. Μα είναι σειρά μου τώρα. Και σε αυτόν τον αόρατο κόσμο, κινδυνεύω να με χάσω σου λέω.
Τρεις τελίτσες επί τρία.
Γουλιά κρασί,
το αριστερό πόδι στη μικρή γραμμή του 1, το δεξί στη μεγάλη.
Σταυρώνω τα πόδια σε περίεργο "κουτσό"...
Μου μιλάς, ενώ περπατώ σε τσιμεντένια νούμερα, χαραγμένα με μπογιά.
Μου λες διάφορα, αριστερό πόδι στη μικρή γραμμή του 7, δεξί στη μεγάλη, οι μύτες των ποδιών ενώνονται. Δοκιμάζω κι αλλιώς. Ενώνονται οι φτέρνες.
Φυσάει, η φούστα μου σηκώνεται στον αέρα, την κρατάω ανάμεσα στα πόδια μου.
Τα μαλλιά μου πιασμένα.
Το πρόσωπο σε σύσπαση.
Τα δάκρυα νομίζω πως θα εκραγούν, θα κάνουν ένα "πλατς" και θα ξεχυθούν από τα μάτια μου.
Μα σου λέω, είμαι καλά. Μέρες τώρα είμαι καλά.
Δεν κόλλησα σε 'κείνη τη λέξη την απαγορευμένη. Κόλλησα στις τελίτσες. Απαιτεί πολύ μεγαλύτερο κόπο, παρά θάρρος, για να βάλεις τελίτσες. Τις εκτιμώ ιδιαιτέρως. Εκτιμώ τη συνειδητή προσπάθεια πιο πολύ από το θάρρος.
Huldufólk
Εκεί ψηλά, πάνω πάνω στον χάρτη, στον βορρά, σε μια χώρα των πάγων, πιστεύουν πως στους βράχους και τις πέτρες και ίσως και πίσω από μερικούς καταρράκτες κατοικούν κάτι ξωτικά, κρυμμένους ανθρώπους τους ονομάζουν, λένε πως ζουν σε δικά τους σπίτια, πίνουν καφέ και φτιάχνουν τηγανίτες, έχουν μάλιστα και δικό τους χώρο να απολαμβάνουν τη μουσική. Αυτά που λες τα ξωτικά δεν κάνει να τα πειράζεις, δεν κάνει να τους μιλάς, γιατί θα τρελαθείς, και το μόνο που χρειάζεται για να τα δεις μπροστά σου είναι υπομονή και εγκαρτέρηση, not to mention ότι πρέπει να στέκεσαι στο σωστό σημείο. Κάποιος λέει ότι πρέπει να είσαι ευγενής με τους αόρατους ανθρώπους, γιατί δεν τους αρέσει να τους τρομάζεις. Το καλό που σου θέλω, μην τα βάλεις μαζί τους. Αυτοί οι αόρατοι άνθρωποι, τα ξωτικά, το ίδιο είναι (αν και, για κάποιους, άλλο το ένα άλλο το άλλο, μα κι αυτό δεν έχει σημασία για μένα, και μισό λεπτό να τελειώσω ό,τι έλεγα, γιατί αλλιώς θα το ξεχάσω), χτίζουν τα σπίτια τους σε συγκεκριμένα ενεργειακά σημεία, κι αν θες να τους δεις, κάτσε σε ένα σταυροδρόμι στις 24 του Ιούνη. Δεν κρατάει πολύ το πέρασμά τους. Αμέσως μόλις εμφανιστούν, τρέχουν και κρύβονται πίσω στα σπίτια τους, που είναι οι βράχοι, είπαμε. Τα ξωτικά αυτά συνάπτουν και φιλίες, όπως διάβασα, ακόμα και με ανθρώπους ορατούς, να τους πούμε έτσι. Ειδικά όταν είναι μικρά και άμαθα και δεν υπακούν σε κανόνες που λένε ότι αυτό απαγορεύεται. Όχι, δεν έχει ακουστεί ότι τους ερωτεύονται κιόλας. Ούτε το αντίθετο όμως.
Δίδωμι
Ετοιμάζω δώρα για ανθρώπους που δεν ξέρω καλά-καλά. Και δεν φαντάζεσαι πόση χαρά μου δίνει! Κόβω ένα απόκομμα από εφημερίδα, που ίσως να ενδιαφέρει τον Κ., σχεδιάζω να πάω ν' αγοράσω έναν φάκελο και να το βάλω μέσα, ίσως πάλι να το βάλω απευθείας μέσα στο βιβλίο που θα παραγγείλω για να του κάνω δώρο, αν ποτέ τον ξαναδώ. Τώρα ξέρω τι θα του δωρίσω. Μετά σκέφτομαι τον Α., ίσως κι εκείνον να ενδιέφερε το ίδιο βιβλίο, λέω να το πάρω δώρο σε αυτόν, αν τύχει να τον δω πρώτο. Μπα, δεν νομίζω. Μάλλον και το απόκομμα και το βιβλίο θα παραμείνουν αγορασμένα και τυλιγμένα στο συρτάρι μου, όπως και τόσα άλλα, λέξεις, σημειώματα, σελιδοδείκτες, εισιτήρια, κούπες, θήκες, γράμματα, ένα σωρό. Αγοράζω ή ετοιμάζω πάντα με κάποιον στη σκέψη μου. Να το πω σωστά, αγοράζω ή ετοιμάζω μόνο αν έχω κάποιον στη σκέψη. Δεν αγοράζω ή ετοιμάζω, για να δώσω. Μάλλον, το δώρο έρχεται και βρίσκει τον παραλήπτη του, που ήδη είναι στο μυαλό μου. Το να δώσω προηγείται της αγοράς, την οποία συχνά δεν ακολουθεί καν... Ο σκοπός όμως έχει επιτευχθεί. Όχι πως η χαρά του παραλήπτη δεν με κάνει ευτυχισμένη, άσε που μπορεί να μην είναι καν έκδηλη, αλλά η μισή -ίσως και περισσότερη- χαρά είναι να βρω εγώ τι ταιριάζει στην εικόνα που έχω δημιουργήσει για κάποιον, από όσα είδα και άκουσα για εκείνον και από 'κείνον. Γιατί, αν με γνωρίσεις, θα δεις ότι δεν μιλάω πολύ, ειδικά όταν δεν έχω τι να πω. Μα, ακούω, και, κυρίως, βλέπω και αισθάνομαι. Βλέπω συζητήσεις, βλέπω τρόπους σκέψης και άμυνας, βλέπω την αγάπη και το ενδιαφέρον, βλέπω την περιφρόνηση και την αδιαφορία και την απογοήτευση, βλέπω το καλυμμένο ενδιαφέρον, βλέπω πρόσωπα και συναισθήματα ακόμα και στο σκοτάδι -ειδικά εκεί. Μου αρέσουν οι κουβέντες στο μισοσκόταδο, όταν ξεχνάν να ανάψουν το φως, κόντρα κάποιος στο παράθυρο, εγώ απέναντι, με βλέπει ίσως αχνά να τον κοιτώ, εγώ βλέπω τον ουρανό πίσω από μια σκοτεινή μορφή. Και παρόλα αυτά, τα μάτια λάμπουν, ακόμα και στο σκοτάδι. Ναι, δεν μιλάω πολύ, ειδικά όταν δεν ξέρω τι να πω, όταν αυτά που θέλω να πω είναι "εξαρτάται" ή "όλα είναι σχετικά" ή απλά "δεν γνωρίζω". Δεν βοηθά την κουβέντα, με αποξενώνει συχνά, ειδικά για σένα που δεν με γνωρίζεις καλά, έτσι θα νομίζεις.
"Τι έχεις;", με ρώτησες. "Τίποτα", σου είπα. "Ψέματα", απάντησες και σου έκανα νεύμα "ναι". Για σένα ετοιμάζω αυτό το δώρο, έτσι, χωρίς καν να έχουμε ανταλλάξει πολλές κουβέντες, χωρίς να ξέρω αν θα σε συναντήσω ποτέ ξανά. Αλλά δεν έχει και τόση σημασία. Για μένα σου το ετοιμάζω.
Off you go!
Τι μπέρδεμα πρέπει να 'ναι κι αυτό...! Ξάφνου τόση αγάπη γύρω σου, που σχεδόν δεν ξέρεις τι να την κάνεις. Αστειεύομαι... Πάντα ξέρεις τι να την κάνεις την αγάπη. Τη ζεις, την έχεις σε μια όμορφη ασημένια καλοσκαλισμένη θήκη και την κρατάς στην καρδιά σου, την κουβαλάς πάντα μαζί σου, την κλείνεις σε φωτογραφίες, σε στιγμιότυπα. Από την αγάπη σού μένει πάντα η ουσία της και μικρές στιγμές, αποτυπωμένες σε εικόνες, που έρχονται κάτι απρόσμενες στιγμές μπροστά σου σαν σκηνή από ταινία, ίσως ενώ βλέπεις μιαν άλλη ταινία. Ναι, είναι όμορφο πράγμα η αγάπη, η αναμονή της, η προσμονή της νύχτας μαζί, της νύχτας εκείνης, που μετά θα γίνει η πρώτη νύχτα, και έτσι θα μείνει. Δεν μπορεί να 'ναι κάτι κακό η αγάπη, όσο πόνο κι αν κρύβει καμιά φορά. Τη ζηλεύω, κι όπου "ζηλεύω", βάλε "ζηλεύω" και "θαυμάζω" και "χαίρομαι". Ζηλεύω κρυφά τους μετόχους της, ζηλεύω τους εκφραστές της, ζηλεύω κάθε στίχο σε ποίημα που γράφτηκε από άλλον και μιλά γι' αυτήν, ζηλεύω κάθε λέξη που την περικλείει, κάθε πρόσωπο, κίνηση, βλέμμα, που κρύβεται από πίσω της. Ζηλεύω τις αναμονές σε σταθμούς τρένων, σε στάσεις λεωφορείων, σε αεροδρόμια, στο κατώφλι μιας πόρτας, ζηλεύω τις διαδρομές σε δρόμους, λεωφόρους και στενά πλακόστρωτα, ζηλεύω τα μπλεγμένα χέρια και την κατάργηση των αποστάσεων, γίνομαι ο αέρας που μπαίνει από ανοιχτά παράθυρα και σβήνει τα κεριά (τι να το κάνεις το φως όταν το φεγγάρι είναι τόσο όμορφο;), ζηλεύω τη βροχή που μουσκεύει τα ρούχα και τα μαλλιά και το πρόσωπο και δεν είναι δάκρυ αλλά χαμόγελο, ζηλεύω τα καλοπλυμένα ποτήρια που περιμένουν θαρρείς ατελείωτο χρόνο σε καθαρή πετσέτα άσπρη με κόκκινες γραμμές, ζηλεύω την καρδιά που χτυπά και πάει να σπάσει, ζηλεύω τα βήματα, τα χέρια, τις ανάσες, τα δάχτυλα, ζηλεύω εκείνη τη στιγμή του "πάμε;".
Αρχή διατήρησης της ενέργειας.
Γίναμε πολλοί μωρέ, να, αυτό σκέφτομαι καμιά φορά... Μαύρα και κόκκινα και κίτρινα και γαλάζια backgrounds, και χαμογελαστά και βροχερά και ονειρεμένα και θαλασσινά, και έρωτες και χωρισμοί και πολύς πόνος, μα πολύς πόνος, και ευτυχία, και η ζωή μας κάθε μέρα, και απορίες και φωτογραφίες και επέτειοι, και τα παλιά και οι μνήμες τους, και όνειρα και ελπίδες, και φόβοι και γέλια και απάτες και αυταπάτες, και τραγούδια και παιχνίδια και δοκιμές, και φίλοι άγνωστοι και γνωστοί, και σφάλματα, και προδιαγεγραμμένα και τυχαία και μοιραία, και μια μπάλα που χάθηκε ούτε που ξέρω πότε, ίσως και να τριγυρίζει εντός του γηπέδου, όπου έμπειροι τάχα παίκτες θαρρούν πως κάνουν καλό κοντρόλ (εδώ γελάτε), στήνουμε καλά τα τέρματα και ξαναμαρκάρουμε τα όρια με λευκή μπογιά, μέχρι εδώ εσύ μέχρι εκεί εγώ (και τούμπαλιν), όπως κάναμε ζωγραφίζοντας τα θρανία μας χωρίζοντάς τα στη μέση, λέμε πως γρατζουνάμε χορδές τεντωμένες και πιάνουμε τον ήχο τους με το έμπειρο αυτί μας, όχι έτσι, αλλιώς, κάνε αυτό, μην κάνεις το άλλο, κάνε ο,τι θες, κάνε ο,τι νομίζεις, δοκίμασε την τύχη σου σε τυχερά παιχνίδια με χαρτιά, πόνταρε τα περισσότερα όταν έχεις απέναντί σου αδύναμο παίχτη, αν αυτό σε κάνει να νιώθεις πως έχεις τον έλεγχο -μα δεν ξέρεις ότι είναι απλά ένα τυχερό παιχνίδι;, παίξ' τα όλα για όλα στο κάτω κάτω, το σηκώνει η περίσταση, μείνε εντός γηπέδου όσο σε παίρνει, κι αν τύχει και σε πάρει η μπάλα και πέσεις πάλι σε καναν πάτο, γύρνα προς τα λάθη σου κι αγάπησέ τα, ίσως να είναι ακόμα εκεί να σε θυμούνται, αιωνία να είναι η μνήμη σου, γίναμε πολλοί, ο ένας καλύτερος από τον άλλον, ο ένας με πιότερη αγάπη από τον άλλον, ο ένας με πιότερες υποσχέσεις να δώσει, ο άλλος με πιότερες αγκαλιές, κι εγώ, μην θαρρείς, είμαι ένας απ' όλους και κανένας απ' αυτούς.
Μ' αυτά και μ' εκείνα, ξέχασα να πω το βασικότερο: δεν μου αρέσει ούτε να με λυπούνται, ούτε να (τους) λυπάμαι. Όσο κι αν αυτό θα μου 'δινε μια ναρκισσιστική αυταπάτη δύναμης.
Ακίνητη.
Βρωμάς.
Σου λένε για την τέχνη της ΕΣΣΔ και ζηλεύεις όλους αυτούς που ξέρουν ν' ανακατεύουν χρώματα, για να φτιάχνουν όνειρα.
Κλείσε το τετράδιο.
Κλείσε τα μάτια.
Δεν είσαι για πουθενά.