Ε;
Σάμπως αυτός δεν ήταν κάποτε παιδί; Αυτός, με τη μεγάλη κοιλιά και τα άσπρα μαλλιά, που κοιτάς τώρα, μήπως δεν έτρεξε, δεν έπαιξε, δεν έκλεψε κάποτε; Μήπως δεν ερωτεύτηκε, δεν ονειρεύτηκε; Μήπως κάποτε δεν έβλεπε όλη τη ζωή μπροστά του σαν θάλασσα, στην απέραντη άγνοιά του; Μην τον κοιτάς έτσι, σαν να μην είχε ποτέ παρελθόν. Ίσως κι αυτός να κουβαλά στη μέσα τσέπη του σακακιού του μια φωτογραφία, σε πλήρη άνθηση των νιάτων του, τότε που τον φώναζαν Αλέν Ντελόν, κι ούτε ο ίδιος θα πίστευε, αν του έλεγες, ότι, χρόνια μετά, θα πουλά λαχεία στα ΚΤΕΛ.
Τάδε έφη...
Μου είπε πως με περίμενε πώς και πώς, πως με είχε σαν θησαυρό, πως ήμουν ο θησαυρός της. Με τύλιγε σε υποκίτρινες πλεκτές κουβέρτες, καμωμένες με αγάπη και προσμονή. Με φωτογράφιζε ξαπλωμένη μόνη ή στην αγκαλιά της, μέχρι που μεγάλωσα αρκετά για να μπορώ να περπατάω, να τρέχω, να χάνομαι. Με παράπονο μου το 'πε, με παράπονο που δεν το 'χα καταλάβει τόσον καιρό. Τι από όλα όσα δεν έχουμε καταλάβει εννοείται; Πόσα άλλα είναι;
Το αύριό σου
Πάντα περιμένεις τη μέρα μετά τη σημερινή, τη στιγμή πέρα από την παρούσα, το αύριο που θα είναι καλύτερο, τη μέρα που θα βγεις από κει, τη μέρα που θα πας εκεί, τη μέρα που θα είσαι έτσι, το όταν, το άμα, το μόνο αν. Κι εγώ σου φωνάζω και αναθεματίζω τα πλάνα σου, λες και κάποιος σου 'βαλε μια υπογραφή πως θα ζήσεις έτσι και θα ζήσεις τόσα χρόνια και μπορείς συνεπώς να αφήνεις τον καιρό σου να περνά κάνοντας σχέδια για το αύριο που θα έρθει. Το μόνο που μπορώ να σου πω για το αύριο είναι ότι μπορεί να είναι καλύτερο, όπως μπορεί να 'ναι και χειρότερο, και, τελοσπάντων, άμα υπάρχεις κι έχεις τα μάτια σου ανοιχτά και το μυαλό σου σώο, το αύριό σου ήδη το έχεις ονομάσει χτες. Η λέξη αύριο υπάρχει για τους ζώντες, γιατί για μια ελπίδα, λέει, ζει ο άνθρωπος, μα ο άνθρωπος καλά θα κάνει απλά να ζει, αντί να ελπίζει. Κι άμα φοβάσαι πως θα πεθάνεις, στο λέω 'γω, είσαι ήδη νεκρός.
Οι άνθρωποι πάλεψαν για την ελευθερία τους από τον φόβο, μέχρι να αποφασίσουν πως, σε πολλές περιπτώσεις, αυτός τους βολεύει αφάνταστα, γιατί καταπραΰνει την αδυναμία τους να ζουν.
Comic
Σε έχω τοποθετήσει/αρχειοθετήσει σε ένα directory με τον διακριτικό τίτλο far. Θα μπορούσα να έχω δημιουργήσει και δύο υπο-directories, επονομαζόμενα το ένα a bit farther και το άλλο too-far, αν δεν φοβόμουν ότι αυτή η κλιμάκωση κάποια στιγμή θα σε οδηγούσε στο φεγγάρι, να μου στέλνεις φιλιά και χαιρετίσματα με αργές κινήσεις μέσα από μια μάσκα πανάρχαια, σαν εκείνη των παλιών δυτών. Διασωληνωμένος με το αστρόπλοιό σου με εκείνο το μακρύ καλώδιο που μοιάζει με ομφάλιο λώρο, θα έβλεπες τη γη από ψηλά, κι ίσως, ίσως λέω, τότε να ήταν κι η στιγμή που θα επέτρεπες στον εαυτό σου να ξαναγεννηθεί, αποκόπτοντας την παροχή οξυγόνου, μπας κι ανασάνεις για μια φορά ελεύθερα.
Η σταχτοπούτα έφευγε πάντα τα μεσάνυχτα...
Ή, κάποιες φορές που θα τυχαίνει να κοιτώ το ρολόι αργά το βράδυ, η ώρα θα είναι 00:00, ή, κάποιες φορές που η ώρα πάει 00:00, θα τυχαίνει να κοιτώ το ρολόι. Είναι εκείνη τη στιγμή που ο χρόνος μηδενίζει και μοιάζει κενός. Εκείνη τη μικρή στιγμή που νομίζω πως μπορώ να ξεκινήσω από την αρχή πατώντας restart ή, πιο συχνά, να κλείσω τα μάτια και να χαθώ στο πουθενά ενός χρόνου που μοιάζει ανύπαρκτος και σπάνιος. Νιώθω τυχερή, θέλω να πω, όταν σηκώνω το βλέμμα και αντικρίζω τα τέσσερα μηδενικά παραταγμένα σε σειρά, λες και το 'καναν μόνο για μένα. Και πάντα, μα πάντα, θυμάμαι εκείνη, όπως την έχω δει σε εικόνες παραμυθιών, με το φουσκωτό της φόρεμα και το ένα γοβάκι, να κατεβαίνει τα σκαλοπάτια τρέχοντας, προτού γίνει το κοριτσάκι με τα σκονισμένα πόδια και τα σκισμένα ρούχα, που καθαρίζει το τζάκι νωρίς το πρωί από τις στάχτες και μαγειρεύει φτωχικές φακές σε μεγάλο τσουκάλι που κρέμεται πάνω από τη φωτιά. Αν τύχει να σηκωθείς νωρίς το πρωί του χειμώνα (μην ξεχάσεις πως υπάρχει και αυτή η εποχή) και πας δίπλα σε σόμπα ή στο τζάκι, θα νιώσεις ένα ρεύμα παγωμένου αέρα να μπαίνει από ένα παράθυρο ή την καμινάδα. Δίπλα και γύρω όλοι θα κοιμούνται. Θα αρπάξεις από κάπου μια κουβέρτα, ο ουρανός θα είναι συννεφιασμένος και μουντός, μια καμπάνα θα χτυπήσει, θα πεις πως μάλλον ειναι 7:00, η ώρα λίγο προτού αρχίσουν οι θόρυβοι από ντουλάπια, βρύσες και παντόφλες, η ώρα προτού ανοίξει η πόρτα που οδηγεί στην αυλή με τα ξύλα, η ώρα προτού κάποιος παραγγείλει καφέ ή άλλος ρωτήσει τι θα φάμε σήμερα, η ώρα που θα σε βρει να κοιτάς τη στάχτη και τα κάρβουνα κι ένα μισοκαμένο ξύλο που, αν ήσουν εκεί δίπλα, θα το είχες σπρώξει πιο μέσα να καεί το βράδυ, αν ήσουν εκεί δίπλα, κι αν, κι άλλα αν. Εκείνη είπε πως οι άνθρωποι αλλάζουν και χωρίζουν και απομακρύνονται σαν κλαδιά ενός δέντρου, και όλη η υπόθεση είναι πόσο θα προσπαθήσουν να πλησιάσουν το ένα το άλλο, για να γεφυρώσουν την απόσταση. Εκείνος είπε τότε πως ίσως η πρόθεση να είναι πιο σημαντική από την ίδια την πράξη. Κι η σταχτοπούτα σκάλισε τα σβησμένα κάρβουνα, κι εσύ πέταξες από πάνω σου ό,τι σε ζέσταινε, για να της μοιάσεις στη μοναξιά και στο κρύο.
WC
Δύσκολο να αφήσει τη μοναξιά του. Τον ήξερε και την ήξερε καλύτερα απ' τον καθένα. Καλύτερα κι από το χαλασμένο δόντι που η γλώσσα πήγαινε συνέχεια εκεί.
Δεν είχε μάθει να κλείνει την πόρτα στο μπάνιο, να ρεύεται προσεκτικά, να ανοίγει παράθυρα να φύγουν δυσάρεστες οσμές. Ήταν όλα δικά του, κι η γύμνια του, κι η βρωμιά του κι οι θόρυβοί του. Είχε τον έλεγχο του πόσο χαμηλά ή ψηλά θα ήταν το παντζούρι, ήθελε το παράθυρο ανοιχτό έτσι, την κουρτίνα τραβηγμένη αλλιώς, το μαξιλάρι έτσι, τις εφημερίδες πεταμένες για τόσο και μετά ζυγισμένες-στοιχημένες έτσι, τη μουσική να ανοίγει και να κλείνει και να δυναμώνει και να χαμηλώνει κατά τη δική του βούληση, ήθελε τη σκόνη να φτάνει για να γράφει καρδιές, που μετά θα 'σβηνε αποφασιστικά με σούπερ-απορροφητικό πανάκι, τη χλωρίνη στο πάτωμα να κοντεύει να τον πνίξει, να πατά ξυπόλυτος και να μην νιώθει ούτε ένα ψίχουλο ανάμεσα στα δάχτυλα, ούτε μια τρίχα. Δεν ζήτησε ποτέ να τoυ κάνουν καφέ -ειδικά καφέ. Δεν ζήτησε ποτέ νερό, ποτέ το τάδε φαγητό, να του ετοιμάσουν ένα μεζέ για τσιπουράκι. Ή που θα 'λειπε το αλάτι ή που θα 'ταν λειψό το λάδι, το λεμόνι.
Λάτρευε τα πρωινά τις Κυριακές που 'ταν μόνος στο σπίτι. Από μικρός.
Άτιμο πράγμα ο έλεγχος, αδερφάκι μου.
Τον είχε κόψει τον κωλοχαρακτήρα του.
Και με παρέα, πάλι μόνος θα 'τανε.
...όνειρο ήτανε...
Μαμά! Μαμά!
Μόλις κλείδωσα την πόρτα. Σκοτάδι. Κοίταξα γύρω μου. Ένιωσα ασφαλής. Μα, καθώς ανέβαινα τη σκάλα, σε εκείνη την εσοχή του τοίχου, όπου πάντα φοβόμουν πως κάτι θα μπορούσε να κρύβεται, με άρπαξε ένα αόρατο χέρι, "του κακού" το λέω εγώ, και με τίναξε σ’ έναν καθρέφτη, έσπασαν τα τζάμια του, δεν φοβήθηκα μην κοπώ, φοβήθηκα που σε φώναζα και δεν άκουγες.
Μαμά! Μαμά!
Κάτι έβγαινε από το στόμα μου σαν κραυγή, σαν αναστεναγμός, έβαλα όλη μου τη δύναμη, ποτέ δεν πιστεύω ότι δεν θα με ακούσεις. Πιστεύω ότι θα κάνεις, να, έτσι το χέρι σου στον αέρα και θα τα διώξεις όλα, τους κακούς και τα στοιχειά και αυτό που με πιέζει να με πνίξει και θα μου χαϊδέψεις το μέτωπο και θα με φιλήσεις.
Ρε συ μαμά, σε φωνάζω!! Δεν ακούς…;
Έλα, και κάνε με πάλι μικρή, φόρεσέ μου εκείνη τη φούστα με το μπλε και το κόκκινο και το κίτρινο, να σου λέω πόσο δεν μ’ αρέσει, τότε προτιμούσα το κόκκινό μου σκέτο, φόρεσέ μου εκείνα τα λουστρίνια που κόντεψαν να καταστρέψουν τα πόδια μου, ίσως και να μην σου ΄λεγα ότι μ’ έσφιγγαν, τον πόνο μου δεν τον μοιραζόμουν από τότε, τον φύλαγα σε τετράδια και σε στίχους γνωστών και άγνωστων ποιητών, σε παλιά βιβλία που ανακάλυπτα πεταμένα σε μισογκρεμισμένα σπίτια και τα μάζευα, φυσούσα τη σκόνη και το ‘χα παιχνίδι να ανοίγω τυχαία μια σελίδα και να την ταιριάζω με το μεγάλο ερώτημα εκείνης της ημέρας, από τότε αναρωτιέμαι, το μυαλό μου συνέχισε ασταμάτητα να τρέχει μέχρι σήμερα, μόνο που πια το τιθασεύουν ένα δυο επιχειρήματα που ως λογικός ενήλικας άνθρωπος δεν μπορώ παρά να αποδεχτώ, τότε μου ‘φτανε να μ’ αγαπάς εσύ, έλα κι ακούμπησε με τα χέρια σου τους ώμους και τα μάγουλά μου από ψηλά, είμαι μικρή και ζεσταίνομαι και βαριέμαι, δεν ξέρω γιατί επιμένεις να κοιτάω μπροστά, θέλω να γυρίζω το κεφάλι και να βλέπω τον κόσμο, τα ιδρωμένα τους μέτωπα, τα καλά τους ρούχα της εκκλησίας, τις μετάνοιες και τα ψεύτικά τους πέδιλα τα φορτωμένα με πλαστικά πετράδια, τα στόματά τους να ανοιγοκλείνουν με ύμνους αφιερωμένους σε μια ζωή που τους είπαν πως υπάρχει εκεί μακριά για τους καλούς ανθρώπους, να μην ξεχάσω να πάω στη θεία να μου δώσει ένα κατοστάρικο που μου υποσχέθηκε, γιατί δεν μ’ άφησες στο σπίτι να βρέχω τα πόδια μου στη βρύση και να παίζω με τις λάσπες;, τι όμορφα που είναι τα μωβ σου παπούτσια, πάρε με από το χέρι να αγοράσουμε ψωμί, μου αρέσει να μαζεύω με τα δάχτυλα τη σκόνη την ανακατεμένη με το αλεύρι και τα ψίχουλα ψηλά στον πάγκο, τι ωραία που μυρίζει εδώ μέσα, το ρολόι στον τοίχο δείχνει μεσημέρι, με τραβάς από το χέρι μην αργήσουμε, είπαμε, τα ‘χεις αυτά με τον χρόνο, λες και θα σου φτάσει ποτέ, λες και μια στιγμή θα κάτσεις κάτω και θα πεις πως δεν θέλεις πουθενά να πας και τίποτα άλλο να κάνεις, πως σου αρέσει εκείνη η συγκεκριμένη στιγμή, αχ μωρέ μαμά, με τα θέλω σου και τα πρέπει σου και τα τώρα σου… Έλα! Τώρα! Ορίστε, είδες που όλα δεν γίνονται τη στιγμή που τα θέλουμε;…
Μαμά-σου-λέω! Μα πού είσαι όταν σε θέλω πιο πολύ;
Μμ...μ..α!...
Nothing else matters
"So close, no matter how far
couldn't be much more from the heart, forever trusting who we are"
"Έλα να σου βγάλω μια φωτογραφία!"
Το ζευγάρι στεκόταν μπροστά στην πύλη του εμπορικού κέντρου, παρόλη τη βροχή. Το εμπορικό όνομα φάνταζε πάνω πάνω σε έντονο ανοιξιάτικο πράσινο χρώμα, ίδιο με το παντελόνι της. Πήρε εκείνη την πόζα την άντε-βγάλε-τη-φωτογραφία-να-τελειώνουμε-μάς-βλέπει-ο-κόσμος-και-βρέχει-κιόλας, ξέρεις, εκείνη με το πόδι και τον κορμό σε μιαν ευθεία, τα χέρια κολλημένα στο πλάι, όπως εκείνες τις φωτογραφίες που μας έστηναν και μας έβγαζαν στο δημοτικό, μπροστά στον χάρτη, ή την άλλη στο θρανίο με το μολύβι στο χέρι (αγαπημένη, έδειχνε όλον μας τον ζήλο για μάθηση, καθώς και την "απρόοπτη" στιγμή που μας συνέλαβε ο φακός, να κάνουμε αυτό που ξέρουμε πολύ καλά να κάνουμε: να γράφουμε). Αυτή τη φωτογραφία θα συναντήσεις ακόμα και σήμερα αναρτημένη σε κάποια δωμάτια πατρικών σπιτιών, άσχετα αν ο/η φωτογραφιζόμενος/η ακολούθησε άλλη πορεία στο μέλλον, αρκετά μακριά από την επιμελή εκείνη πρόσοψη. Φυσικά, κανείς δεν μας φωτογράφισε το μεσημέρι να επιστρέφουμε με τη βαριά μας τσάντα, τα χτυπημένα μας γόνατα, την ώρα που πλαντάζουμε στο κλάμα, το στρίμωγμα και το σπρωξίδι μπροστά στο κυλικείο! Θα είχε μεγάλο ενδιαφέρον. Την ώρα που πίνουμε νερό στη βρύση μετά το τρέξιμο, τη μοναξιά μας στα σκαλοπάτια, την στιγμή που το στόμα ανοίγει για να απολαύσει τη ζεστή τυρόπιτα, το σκυμμένο βλέμμα μας στις παρατηρήσεις του διευθυντή την ώρα της προσευχής, στημένους έξω στο προαύλιο για την εκδρομή, τις κοριτσίστικες παρέες κάτω από τα δέντρα, τα κρυμμένα αυτοκόλλητα κάτω από τα θρανία, την υγρή μας μύτη τον χειμώνα, το δαγκωμένο μολύβι και το τσαλακωμένο τετράδιο. Ίσως αυτές οι φωτογραφίες να αποκάλυπταν πολύ περισσότερα για τη μελλοντική μας κατεύθυνση, για την προσωπικότητά μας την ίδια... Ωραία χρόνια κι εκείνα, πρόλαβα για λίγο το πλεκτό κολαρισμένο γιακαδάκι πάνω από τη μπλε ποδιά, δεν ξέρω γιατί, αλλά εκείνο το πλεκτό με τσιγκελάκι αξεσουάρ μου άρεσε πολύ. Σαν να κρυβόταν όλη η αγάπη της μαμάς μου στη λεπτή δημιουργία του. Και μαθαίνω πως έγινε ξανά της μόδας σε μεγάλους οίκους, πως το περπάτησαν καλίγραμμα μοντέλα σε διεθνείς πασαρέλες, αλλά μην με εμπιστεύεσαι πολύ για ζητήματα μόδας, ίσως να πέφτω και έξω. Ξέρω πάντως πως το μπλε πολύ θα φορεθεί φέτος το καλοκαίρι. Να το αγοράσεις.
Εν τη απουσία σου...
Όταν απομακρύνεσαι μένει εκείνο το κενό πίσω σου που λέγαμε και για πολύ λίγο θαρρείς πως παγώνουν όλα. Το ρολόι ακούγεται, μα νομίζεις ότι ο χρόνος δεν θα 'πρεπε να περνά το ίδιο όταν δεν είσαι εκεί να τον βλέπεις. Όταν εσύ δεν είσαι εκεί να τον ζεις. Δεδομένο το 'χεις πως όλα θα τα βρεις όπως τ' άφησες. Ακίνητα, στην ίδια αναμενόμενη θέση. Τα χαρτιά, το στυλό, τον καφέ σου. Τικ-τακ, τικ-τακ. Παλιοεγωιστή. Εγώ μπορώ να σου πω ό,τι γίνεται στο άδειο δωμάτιο με λεπτομέρειες. Μια σκιά μόλις σχηματίστηκε στον λευκό τοίχο και χάθηκε. Μια μύγα πήγε και στάθηκε πάνω στο γυμνό γλόμπο αφού πέρασε από το καλαμάκι σου. Στο ράφι δίπλα υπάρχουν μέρες τώρα τα ίδια έντυπα, σκονισμένα εργαλεία που μυρίζουν λάδι και σκουριά και ένα ραδιόφωνο. Κάποιος αφαίρεσε τη σκόνη στο σχήμα μιας καρδιάς που χάραξε το ιδρωμένο του δάχτυλο. Δεν το πρόσεξες, μα δεν στο 'πε κιόλας. Η ζωγραφική εκείνη πράξη συνοδεύτηκε κι από έναν βαθύ αναστεναγμό. Ακούγονται φωνές απ' έξω, μα πουθενά η δική σου. Συννέφιασε για λίγο και σκοτείνιασε, μετά βγήκε πάλι ο ήλιος. Δεν το ένιωσα, μα ένα αεράκι κούνησε τα στόρια. Τελικά, υπάρχει κι η ζωή που συνεχίζεται πίσω από την πλάτη σου. Η ζωή που βιώνεται εν τη απουσία σου. Μα έλα.
Light my fire
Πατάω τον διακόπτη ν' ανάψει το φως, κάτι κάνω λάθος, κάηκε η λάμπα μήπως;, πρέπει οπωσδήποτε να ανάψει η αναθεματισμένη η λάμπα, ακόμα φοβάμαι το σκοτάδι, όχι όλα τα είδη του, μόνο εκείνο που αναμένεις να χαθεί γρήγορα για να δεις πού βρίσκεσαι κι αυτό επιμένει να σε σφίγγει, τόσο που νιώθεις την ανάσα σου να κόβεται, πατάς ξανά τον διακόπτη πάνω-κάτω, γρήγορα, ψάξε αριστερά για τον άλλο διακόπτη, τα χειρότερά σου όνειρα έρχονται όλα εκείνα τα δευτερόλεπτα που σέρνεις χέρια και δάκτυλα πάνω στον κρύο τοίχο, τα πόδια κολλημμένα κάτω, αν κάνεις ένα βήμα πίσω θα σε αρπάξει ένα χέρι, θα σου κλείσει το στόμα, θα σε τραβήξει κάπου, θα δεις μια μορφή με επικίνδυνα μάτια σαν τον λύκο του παραμυθιού. Ακόμα φοβάσαι κάποια "πρόσωπα" του σκότους. Σήμερα ήθελες να μπεις στο δωμάτιο, να έχουν ανάψει όλες τις λάμπες, να τις έχουν όμως πρώτα αλλάξει, να βγάζουν το πιο δυνατό τους φως, κόσμος να 'ναι γύρω και να γελάει, να πίνει, να φωνάζει, κι ας καπνίζει, να 'ναι όλα λαμπερά, να 'μαστε όλοι μαζί. Να μην με ρωτήσεις τίποτα. Να μην ανησυχήσεις για τίποτα. Ούτε εσύ ούτε κανείς. Να μην με κοιτάξεις με ΄κείνο το ύφος της στέρησης, της θλίψης, του οίκτου, της απορίας. Μόνο να με βλέπεις και να γελάς, να με καμαρώνεις που σου μοιάζω στα καλά σου, να με τραβάς μακριά να μην σου μοιάσω στα στραβά σου. Σήμερα ήθελα να είμαι το επίκεντρό σου, να μιλάς για μένα και να νιώθω τυχερή. Για πολλά περισσότερα απ' όσα μου 'δωσες ή κέρδισα ή μου 'τυχαν. Να ανάψεις το δικό μου φως και να λάμψεις μέσα του. Σήμερα δεν ήθελα να 'μαι μόνη. Ούτε είχα ανάγκη πάλι να μου πεις τι να κάνω. Δεν με ρώτησες ποτέ γιατί είμαι ευτυχισμένη. Μόνο για το αντίθετο με ρωτάς. Δεν ξέρω πώς να σου το πω. Ήθελα φως σήμερα.
Enough.
Σε είδα χτες στον ύπνο μου. Είχες καιρό να 'ρθεις, τώρα θα αρχίσεις κι εσύ να με ταλαιπωρείς με άσκοπα όνειρα ανεκπλήρωτων πόθων που έχω σχεδόν πια ξεχάσει. Κάτι ήταν γραμμένο από σένα στο πάνω μέρος μιας παλάμης ενός ξένου, που γνώρισα τυχαία περνώντας, κι ήταν άλλο ένα σημάδι -τι πρωτότυπο για όνειρο!- ότι μου είχες στείλει εσύ ένα μήνυμα από το πουθενά (γιατί εκεί βρίσκεσαι) κι αναρωτιόσουν τι κάνω και πόσο σου λείπω και πού χάθηκα. Αν κάτι παρήγορο βρήκα σε όλο αυτό, ήταν ότι τα όνειρά μου ξέρουν να φέρνουν κοντά κάτι που (νομίζω πως) χρειάζομαι ή με χρειάζεται χωρίς να το ξέρω, κι εκείνη η χαρά που είδα στα μάτια σου όταν σου έκανα άλλη μια -αναμενόμενη πλέον για μένα, καθώς καλά σχεδιασμένη για να είναι αυτό που ήταν για σένα: έκπληξη. Με συγκινεί αυτή η αυθόρμητη εκδήλωση χαράς στα μάτια ενός ατόμου που εκπλήσσεται ευχάριστα. Την πιστεύω πολύ. Μην τρομάξεις, μα τώρα τελευταία έφτασα να πιστεύω και σ' άλλα πράγματα, π.χ. στην αγάπη, στην πίστη και σε κάτι θείο, θείο χωρίς κεφαλαία, σε μια δύναμη που υπάρχει σε πράγματα που δεν τη δείχνουν ή δεν την ήξερες ή δεν την έβλεπες. Την είδα αυτή τη χαρά στα μάτια σου, για τόσο λίγο κράτησε, μέχρι να σηκωθείς από την καρέκλα σου και να με αποζητήσεις. Κάτι υπήρχε σε όλο αυτό. Κάτι υπάρχει ακόμα. Παραπάνω δεν ξέρω να σου πω. Τα 'χω σβήσει αυτά. Ίσως γι' αυτό ασυνείδητα γράφω σχεδόν πάντα με μολύβι. Για-να-μπορώ-να-..., άσχετα αν δεν το κάνω. Πονάει λιγότερο έτσι. Μου πάει. Κάνει κι έναν πιο γλυκό θόρυβο. Όχι πως δεν έχω απολαύσει βίαιες χαρακιές με στυλό πάνω σε μπλε γραφόμενα... Για να τα βλέπω, για να είναι πάντα εκεί. Μαζί κι οι χαρακιές τους, έστω χωρίς κόκκινο, ζωντανό αίμα. Αυτό το υποθέτει εύκολα κανείς. Το μολύβι δεν προδίδεται εύκολα. Μετά έψαξα να σου στείλω ένα γράμμα, δεν θυμάμαι και πολλά. Θυμάμαι μόνο πως όλα ήταν για σένα. Δεν μου άρεσε. Και κοιμήθηκα στο όνειρο. Hush-a-bye. Don't you cry. Go to sleep you little baby. Στο, τελοσπάντων, μη-όνειρο, ξύπνησα. Αρκετά.
Resolution
Κι είπες κάτι σαν "αν δεν της μιλήσω να μου το πει η ίδια, δεν θα το πιστέψω". Σαν σε δυο σειρές να το είδα γραμμένο. Δεν μιλήσαμε, βέβαια, αλλά, σαν υπνωτισμένη σηκώθηκα, και λες και ένιωσα πως με έψαξες. Την έχουμε ακόμα αυτήν την άτυπη επικοινωνία.
Τον τελευταίο καιρό δεν είμαι σε αναμενόμενα πόστα. Όσοι θέλουν, ξέρουν πού θα με βρουν. Όπως τους βρίσκω κι εγώ. Για τους υπόλοιπους δεν με νοιάζει. Βαρέθηκα να κουνάω χέρια και να τρέχω ίσια πάνω, βαρέθηκα ακόμα και να θυμάμαι, βαρέθηκα να ψάχνω και να αναρωτιέμαι. Αρκετές εύκολες ή και μόνες λύσεις έψαξα και βρήκα για τους άλλους. Την πέρασα τη φάση και φτάνει για τώρα. Μέχρι όποτε. Κουράστηκα, κι είπα να τις αλλάξω τις παλιές συνήθειες που με συντρόφευαν χρόνια. Είπα να αποκτήσω καινούριες. Μικρή είναι η ζωή, το διαπιστώνω κάθε μέρα που μεγαλώνω. Αρχίζω πλέον να χάνω ανθρώπους, λιγότερο ή περισσότερο σημαντικούς, κι έχω δρόμο ακόμα. Είναι δύσκολο να αλλάξεις συνήθειες, ακόμα και τις παραμικρές, εκείνες που ποτέ δεν είχες ονομάσει ως τέτοιες. Να τις αντιληφθείς, αρχικά, και μετά να τις αλλάξεις. Να πατήσεις το κουμπί του ραδιοφώνου, αντί της τηλεόρασης. Να κοιμηθείς στις 4 αντί στις 6. Να φας στο κρεβάτι αντί στον καναπέ. Να μην χρειάζεται να πιεις ούτε στάλα, για να νιώσεις καλά. Να σηκώσεις το τηλέφωνο τη στιγμή που σου 'ρχεται και να μιλήσεις. Να πατάς pause στον χείμαρρο των αναλυτικών σου σκέψεων. Μικρές αλλαγές, που μπορούν περιέργως να κάνουν τη διαφορά.
Τον τελευταίο καιρό μόνο ευχές δίνω. Στους άλλους. Για ο,τι εγώ δεν μπορώ να κάνω για αυτούς και καλούνται να το κάνουν μόνοι τους. Τους εύχομαι να έχουν ο,τι επιθυμήσουν. Για μένα αποφάσισα μόνο να πράττω. Και να αλλάξω. Να μου δώσω λίγη σημασία. Να με προσέχω. Να με νοιάζω. Και, τελοσπάντων, να πάω κόντρα ακόμα και στα θέλω των άλλων. Εκείνα που ήταν τα πρέπει μου. Όχι γιατί έτσι έπρεπε, αλλά γιατί έτσι επέλεγα ή, χειρότερα, γιατί αυτό ήθελα. Ποιος στα κομμάτια πρέπει;
...έστω μία...
Κι ούτε μια φωτογραφία έχω από τότε, να δω αν έκλαιγα, αν χαμογελούσα, αν κρύωνα κι είχαν μελανιάσει τα χείλη μου, να δω πώς κρατούσα τα διάφορα που μου δίνατε για να παίζω και να ξεχνιέμαι, να δω το χρώμα των μαλλιών και των ματιών μου, να δω πώς με κοιτούσαν οι "από 'δω" κι οι "από 'κει", να δω πόσο ευτυχισμένοι ήσαστε, αν δακρύσατε, αν έλαμπαν τα νεανικά σας δόντια στον ήλιο που έμπαινε χρωματιστός από τα βιτρό παράθυρα, να δω τι ώρα ήταν, αν ήταν πρωί ή μεσημέριαζε, ούτε καν την εποχή ξέρω, πόσο μάλλον τον μήνα, μωρό ήμουν, από αγκαλιά σε αγκαλιά με αντάλλαζαν με φιλιά, τη γύμνια μου κανείς δεν πρόσεξε όσο μετά, μύριζα πούδρα και μια κρέμα σε μεταλλικό κουτί με γαλάζιο καπάκι, που είχε πάνω ένα μωρό ή πελαργό, δεν θυμάμαι, να δω αν φορούσα καπέλο, τι χρώμα ήταν τα ρούχα μου, είχε κόσμο η εκκλησία ή όχι;, ποιοι δεν έβλεπαν καλά και σηκώνονταν στις μύτες των ποδιών τους; εσύ ήσουν όμορφη; σε είχε μήπως πληγώσει κανείς και μέσα σου πονούσες; έκανες το σταυρό σου κι αναστέναζες να μ' έχει καλά εκείνη η δύναμη που με έσωσε τόσες φορές μετά από κούνιες που έπεσα, από σκυλιά που με πλησίασαν με άγριες διαθέσεις, από σκάλες που γλίστρισα, από ποδήλατα που με χτύπησαν, από ανθρώπους που με πόνεσαν, από εκείνο το μαύρο που συχνά με ρουφάει μέσα του να με πιει και να με φάει-να είναι τάχα που προσεύχεσαι συχνά για μένα;, να δω την αγάπη και τη χαρά και το μοίρασμα... ...Τίποτα δεν έχω από εκείνη τη μέρα... ...Τίποτα δεν ξέρω....
It doesn't matter anymore...
Γι' αυτό είναι οι φίλοι. Για να έρχονται μες στη νύχτα, να βγάζουν τα παπούτσια και να φορούν σε εκείνους και σε σένα τα φτερά στην πλάτη, να πετάξετε μαζί και να τα δείτε όλα από ψηλά κι από μακριά. Γι' αυτό είναι οι φίλοι, για να μην διστάζουν να ανοίξουν το ψυγείο σου και να πάρουν το τελευταίο μπουκάλι μπύρας που σου έχει απομείνει και να το πιουν ρωτώντας σε αν θες και γνωρίζοντας πως θα πεις όχι, ακόμα κι αν θες. Γι' αυτό είναι οι φίλοι, για να σου γκρινιάξουν, να κλάψουν, να φωνάξουν σαν να μην υπάρχει άλλος γύρω ή σαν να μην τον βλέπουν, να παραληρήσουν, να μονολογήσουν, να τιμωρήσουν τους εαυτούς τους γιατί πάλι έκαναν το ίδιο λάθος, δεν είναι που θέλουν αυτοί να το ακούσουν, είναι που θέλουν εσύ να το ακούσεις μαζί τους, σαν να μοιραστήκατε και την πράξη του. Γι' αυτό είναι οι φίλοι, για να σου λεν ότι το ίδιο θα έκαναν κι αυτοί, ίσως και χειρότερο, και έτσι να είναι, μα την αλήθεια. Γι' αυτό είναι οι φίλοι, για να σε βλέπουν στα όνειρά τους και να ξυπνούν τρομαγμένοι τι σου συνέβη τάχα, να χτυπούν το τηλέφωνο έτσι για να σε ακούσουν να χαμογελάς και να είσαι καλά, δεν θέλουν να τους πεις να μην χαθείτε, θέλουν να το ξέρουν ότι δεν θα γίνει. Γι' αυτό είναι οι φίλοι. Δεν λέω κάτι πρωτότυπο. Για να παίρνουν ένα σφουγγάρι και να ρουφούν από την καρδιά και το μυαλό σου όλες τις κακές σκέψεις, για να έχει χώρο για τον ήλιο μέσα σου.