Sunday, March 29, 2015

Τόσο απλά...

"Άκου να δεις", του είπα, κοιτώντας τον σοβαρά στα μάτια, λες κι έσκαβα μέσα τους. "Θα μπορούσα μ' ένα κλικ, να, έτσι" -απελευθερώνοντας στιγμιαία τον μέσο από τον αντίχειρα και αφήνοντάς τον πρώτο να χτυπήσει πάνω στην παλάμη μου- "μ' ένα σου βλέμμα και μόνο στο σκοτάδι, να μπω in the mood for love. Τόσο απλά".

Saturday, December 07, 2013

Βράδυ Σαββάτου

Θυμάμαι εκείνα τα πάρτυ με Rosso Antico, και τα άλλα με μπύρες και τα άλλα με τζην και λεμόνι και τα άλλα με βότκα και πορτοκάλι. Θυμάμαι καπνούς σε μπαράκια, ντίσκο και καθιστικά, θυμάμαι βλέμματα και προσδοκίες, να μην περνάνε οι ώρες μέχρι να τον δω, να μην θέλω να ξεκολλήσει εκείνα τα μάτια από πάνω μου, να μην θέλω να με δει που τον κοιτάω. Θυμάμαι ξενύχτια με γέλια, με απογοήτευση και με θλίψη, θυμάμαι κρύο χειμωνιάτικο με γούνινα μπουφάν και καλοκαιρινή υγρασία με λευκό πουκάμισο και τζην ξεθωριασμένο. Θυμάμαι που δεν πατούσα στη γη, όταν ήσουν κοντά μου, σε θυμάμαι, εσένα, κι εσένα, κι εσένα, τα φιλιά σου, τα χέρια σου, τα μάτια σου, τα "να σε πάω σπίτι;", τα "κι εσύ αυτό θα 'κανες για κάποιον που αγαπάς", το "έλα, πάμε μια βόλτα;", τον ώμο που έγειρα μεθυσμένη, τη βροχή στο τζάμι, το χιόνι στον ουρανό, τα ροζ μου γοβάκια της Prada που έγιναν παραμύθι μες στη νύχτα, τους χορούς μας πάνω στα μπαράκια, όλα τα θυμάμαι. Πόσο όμορφο ήταν που σε αγάπησα, κι εσένα, κι εσένα, κι εσένα, πόσο μου λείπουν σήμερα εκείνα τα βράδια της αναμονής, μου λείπουν εκείνα τα χρόνια, η ανεμελιά, το "τα πάντα" του "τότε" που είναι το "τότε" του "σήμερα", μου λείπει να ετοιμαστώ να πάω σε ένα πάρτυ ώρες πριν, να μην ξέρω αν θα είσαι εκεί ή όχι, να σε δω μπροστά μου να με κοιτάς λες κι είμαι ο,τι πιο όμορφο έχεις δει, να πιούμε μαζί, όλοι μαζί, μα να μην με νοιάζει κανείς άλλος εκεί μέσα, να χορεύουμε, να γελάμε, να με πάρεις απ' το χέρι και να με πας μια βόλτα με το αμάξι, να δούμε εκείνα τα φώτα από ψηλά κι από μακριά, να καπνίσουμε ένα τσιγάρο έξω από το αυτοκίνητο, να σου λέω και να με ακούς, όπως μόνο εσύ ξέρεις, δεν βρήκα κανέναν άνθρωπο να ακούει όπως εσύ, να τύχουμε εκείνο το τραγούδι στο ραδιόφωνο και να καταλάβεις πως θέλω να μου πιάσεις το χέρι και να μην το αφήσεις, να μου χαϊδέψεις το μάγουλο και στα μάτια σου, μόνο στα δικά σου μάτια, να ξαναγίνω εκείνο το κορίτσι. Ποτέ δεν μας έκατσε να είμαστε μαζί. Κι αν μας έκατσε, ούτε εγώ το κατάλαβα, ούτε εσύ. Δεν συνηθίζω να γκρινιάζω για τέτοια ζητήματα λάθος χρονισμού. Αυτά χαρίζουν τις απρόσμενες πινελιές που ολοκληρώνουν τη ζωγραφιά. Μια λάθος πινελιά, μια λάθος βελονιά, ένα ατύχημα, κάτι στο οποίο η μνήμη θα μένει πάντα κολλημένη. Τα άλλα, τα αναμενόμενα, τα "εντός σχεδίου" η μνήμη θα τα διαγράψει, θα τα εννοποιήσει σε ένα σχήμα. 
Το αγαπάω το "τώρα" μου. Παρόλα αυτά, σήμερα το βράδυ, θα ήθελα να είμαι 17, να χτυπήσει η πόρτα μου και να είσαι εσύ και να ρωτήσεις τους γονείς μου: "ήρθα να την πάρω για βόλτα. Επιτρέπετε;". Μπορώ σήμερα να σε ονειρευτώ;

Monday, June 17, 2013

Εγώ

Φόρεσα εκείνες τις σαγιονάρες και σε θυμήθηκα. Δοκίμασα εκείνο το φουλάρι και σε σκέφτηκα. Αν η σκέψη έχει μια μαγική δύναμη να μετακινεί, τότε εγώ ήμουν εκείνη που σε έφερε σήμερα δίπλα μου.

Friday, March 15, 2013

Καμιά φορά τη σκέφτομαι σαν να μην είναι εδώ, σαν να 'χει φύγει. Ίσως να φταίει που 'χω καιρό να την δω."Τι θα έκανες εσύ;", τη ρωτάω. "Τι θα απαντούσες;". Προσπαθώ να μου φορτώσω χρόνια, να πάρω λίγη από τη σοφία της. Υποθέτω πως είμαι κάπου στον δρόμο για να την προσεγγίσω. Αν ποτέ. Εκείνη έχει έναν τρόπο να βάζει σε μια κουβέντα τα πιο βαθειά νοήματα, τα πιο αυτονόητα πράγματα, τα φωτίζει έτσι, που ούτε για κείνη να λες ότι είναι σοφή, ούτε για σένα ότι ήσουν ανόητος. Δεν θα το 'λεγε ποτέ αυτό, ούτε για σένα, ούτε για κείνη. Για σένα ειδικά, δεν θα σήκωνε μύγα στο σπαθί της. Θα σε υπερασπιζόταν ενάντια σε κάθε τρανταχτή απόδειξη της ενοχής σου. Μέχρι εκεί. Μετά θα σου έλεγε "έκανες λάθος". Μέχρι εκεί. Κι όχι μόνο για εσένα. Για όλους μας. Ναι, έκανα λάθη. Λάθη από εγωισμό, από φιλαρέσκεια, από ανασφάλεια, από ματαιοδοξία, από υπερηφάνια. Όμως τα περισσότερα δεν έβλαψαν κανέναν. Από όλα προσπαθούσα να προστατεύω καλά όλους γύρω μου. Εκτός από κείνα για τα οποία υπερηφανεύτηκα μέσα μου. Γι' αυτά μετανιώνω. "Τι θα έκανες εσύ γιαγιά;".

Monday, September 24, 2012

Επιστροφή


Η κόρη της είχε προβεί στο απονενοημένο διάβημα. Για μια αιωνιότητα, αν τόσο ζούσε, θα άναβε στη μνήμη και την εικόνα της το καντηλάκι στην κουζίνα να καίει νύχτα-μέρα. Φύτευε και πρόσεχε λουλούδια, τα είχε σαν εγγόνια -καλύτερα, σαν δισέγγονα. Απ' όλα είχε, και εγγόνια και δισέγγονα και αγάπη και φροντίδα. Μα τα μαύρα δεν τα είχε βγάλει ούτε λεπτό από πάνω της. Ίσως να ήθελε να φύγει από τότε, χρόνια τώρα. Ίσως και να μην ζούσε, μέσα της. Ίσως εκείνη να ερχόταν τα βράδια στον ύπνο της και να της έλεγε "μάνα, όχι ακόμα". "Καλά, παιδί μου", ξημέρωνε, νύχτωνε, το γάλα, το ψωμί και το μέλι, το σάλι στην πλάτη από χέρια ξένα και οικεία, το ποτιστήρι, ο ήλιος, οι αέρηδες, οι εποχές, πέθανε η απέναντι, αρρώστησε η αποκάτω, έλα για έναν καφέ, είσαι καλά; δεν σε είδα σήμερα, αχ. Εκείνος ο βήχας τον τελευταίο καιρό την είχε κουράσει. Με τα φάρμακα δεν γινόταν τίποτα πια. Στα όνειρά της είχε αποθέσει τις τελευταίες τις ελπίδες. Όταν εκείνη της είπε "μάνα, έλα", γλύκανε και ηρέμησε και χαμογέλασε, όπως δεν την είχες δει ποτέ ξανά. Για εκείνες, ήταν μια μάνα που τα άφησε. Για κείνη, ήταν μια κόρη που έχασε.

Sunday, June 05, 2011

Ε;

Σάμπως αυτός δεν ήταν κάποτε παιδί; Αυτός, με τη μεγάλη κοιλιά και τα άσπρα μαλλιά, που κοιτάς τώρα, μήπως δεν έτρεξε, δεν έπαιξε, δεν έκλεψε κάποτε; Μήπως δεν ερωτεύτηκε, δεν ονειρεύτηκε; Μήπως κάποτε δεν έβλεπε όλη τη ζωή μπροστά του σαν θάλασσα, στην απέραντη άγνοιά του; Μην τον κοιτάς έτσι, σαν να μην είχε ποτέ παρελθόν. Ίσως κι αυτός να κουβαλά στη μέσα τσέπη του σακακιού του μια φωτογραφία, σε πλήρη άνθηση των νιάτων του, τότε που τον φώναζαν Αλέν Ντελόν, κι ούτε ο ίδιος θα πίστευε, αν του έλεγες, ότι, χρόνια μετά, θα πουλά λαχεία στα ΚΤΕΛ.

Tuesday, May 03, 2011

Τάδε έφη...

Μου είπε πως με περίμενε πώς και πώς, πως με είχε σαν θησαυρό, πως ήμουν ο θησαυρός της. Με τύλιγε σε υποκίτρινες πλεκτές κουβέρτες, καμωμένες με αγάπη και προσμονή. Με φωτογράφιζε ξαπλωμένη μόνη ή στην αγκαλιά της, μέχρι που μεγάλωσα αρκετά για να μπορώ να περπατάω, να τρέχω, να χάνομαι. Με παράπονο μου το 'πε, με παράπονο που δεν το 'χα καταλάβει τόσον καιρό. Τι από όλα όσα δεν έχουμε καταλάβει εννοείται; Πόσα άλλα είναι;

Friday, January 07, 2011

Το αύριό σου

Πάντα περιμένεις τη μέρα μετά τη σημερινή, τη στιγμή πέρα από την παρούσα, το αύριο που θα είναι καλύτερο, τη μέρα που θα βγεις από κει, τη μέρα που θα πας εκεί, τη μέρα που θα είσαι έτσι, το όταν, το άμα, το μόνο αν. Κι εγώ σου φωνάζω και αναθεματίζω τα πλάνα σου, λες και κάποιος σου 'βαλε μια υπογραφή πως θα ζήσεις έτσι και θα ζήσεις τόσα χρόνια και μπορείς συνεπώς να αφήνεις τον καιρό σου να περνά κάνοντας σχέδια για το αύριο που θα έρθει. Το μόνο που μπορώ να σου πω για το αύριο είναι ότι μπορεί να είναι καλύτερο, όπως μπορεί να 'ναι και χειρότερο, και, τελοσπάντων, άμα υπάρχεις κι έχεις τα μάτια σου ανοιχτά και το μυαλό σου σώο, το αύριό σου ήδη το έχεις ονομάσει χτες. Η λέξη αύριο υπάρχει για τους ζώντες, γιατί για μια ελπίδα, λέει, ζει ο άνθρωπος, μα ο άνθρωπος καλά θα κάνει απλά να ζει, αντί να ελπίζει. Κι άμα φοβάσαι πως θα πεθάνεις, στο λέω 'γω, είσαι ήδη νεκρός.
Οι άνθρωποι πάλεψαν για την ελευθερία τους από τον φόβο, μέχρι να αποφασίσουν πως, σε πολλές περιπτώσεις, αυτός τους βολεύει αφάνταστα, γιατί καταπραΰνει την αδυναμία τους να ζουν.

Wednesday, October 13, 2010

Comic

Σε έχω τοποθετήσει/αρχειοθετήσει σε ένα directory με τον διακριτικό τίτλο far. Θα μπορούσα να έχω δημιουργήσει και δύο υπο-directories, επονομαζόμενα το ένα a bit farther και το άλλο too-far, αν δεν φοβόμουν ότι αυτή η κλιμάκωση κάποια στιγμή θα σε οδηγούσε στο φεγγάρι, να μου στέλνεις φιλιά και χαιρετίσματα με αργές κινήσεις μέσα από μια μάσκα πανάρχαια, σαν εκείνη των παλιών δυτών. Διασωληνωμένος με το αστρόπλοιό σου με εκείνο το μακρύ καλώδιο που μοιάζει με ομφάλιο λώρο, θα έβλεπες τη γη από ψηλά, κι ίσως, ίσως λέω, τότε να ήταν κι η στιγμή που θα επέτρεπες στον εαυτό σου να ξαναγεννηθεί, αποκόπτοντας την παροχή οξυγόνου, μπας κι ανασάνεις για μια φορά ελεύθερα.

Wednesday, October 06, 2010

Η σταχτοπούτα έφευγε πάντα τα μεσάνυχτα...

Ή, κάποιες φορές που θα τυχαίνει να κοιτώ το ρολόι αργά το βράδυ, η ώρα θα είναι 00:00, ή, κάποιες φορές που η ώρα πάει 00:00, θα τυχαίνει να κοιτώ το ρολόι. Είναι εκείνη τη στιγμή που ο χρόνος μηδενίζει και μοιάζει κενός. Εκείνη τη μικρή στιγμή που νομίζω πως μπορώ να ξεκινήσω από την αρχή πατώντας restart ή, πιο συχνά, να κλείσω τα μάτια και να χαθώ στο πουθενά ενός χρόνου που μοιάζει ανύπαρκτος και σπάνιος. Νιώθω τυχερή, θέλω να πω, όταν σηκώνω το βλέμμα και αντικρίζω τα τέσσερα μηδενικά παραταγμένα σε σειρά, λες και το 'καναν μόνο για μένα. Και πάντα, μα πάντα, θυμάμαι εκείνη, όπως την έχω δει σε εικόνες παραμυθιών, με το φουσκωτό της φόρεμα και το ένα γοβάκι, να κατεβαίνει τα σκαλοπάτια τρέχοντας, προτού γίνει το κοριτσάκι με τα σκονισμένα πόδια και τα σκισμένα ρούχα, που καθαρίζει το τζάκι νωρίς το πρωί από τις στάχτες και μαγειρεύει φτωχικές φακές σε μεγάλο τσουκάλι που κρέμεται πάνω από τη φωτιά. Αν τύχει να σηκωθείς νωρίς το πρωί του χειμώνα (μην ξεχάσεις πως υπάρχει και αυτή η εποχή) και πας δίπλα σε σόμπα ή στο τζάκι, θα νιώσεις ένα ρεύμα παγωμένου αέρα να μπαίνει από ένα παράθυρο ή την καμινάδα. Δίπλα και γύρω όλοι θα κοιμούνται. Θα αρπάξεις από κάπου μια κουβέρτα, ο ουρανός θα είναι συννεφιασμένος και μουντός, μια καμπάνα θα χτυπήσει, θα πεις πως μάλλον ειναι 7:00, η ώρα λίγο προτού αρχίσουν οι θόρυβοι από ντουλάπια, βρύσες και παντόφλες, η ώρα προτού ανοίξει η πόρτα που οδηγεί στην αυλή με τα ξύλα, η ώρα προτού κάποιος παραγγείλει καφέ ή άλλος ρωτήσει τι θα φάμε σήμερα, η ώρα που θα σε βρει να κοιτάς τη στάχτη και τα κάρβουνα κι ένα μισοκαμένο ξύλο που, αν ήσουν εκεί δίπλα, θα το είχες σπρώξει πιο μέσα να καεί το βράδυ, αν ήσουν εκεί δίπλα, κι αν, κι άλλα αν. Εκείνη είπε πως οι άνθρωποι αλλάζουν και χωρίζουν και απομακρύνονται σαν κλαδιά ενός δέντρου, και όλη η υπόθεση είναι πόσο θα προσπαθήσουν να πλησιάσουν το ένα το άλλο, για να γεφυρώσουν την απόσταση. Εκείνος είπε τότε πως ίσως η πρόθεση να είναι πιο σημαντική από την ίδια την πράξη. Κι η σταχτοπούτα σκάλισε τα σβησμένα κάρβουνα, κι εσύ πέταξες από πάνω σου ό,τι σε ζέσταινε, για να της μοιάσεις στη μοναξιά και στο κρύο.

Sunday, September 12, 2010

WC

Δύσκολο να αφήσει τη μοναξιά του. Τον ήξερε και την ήξερε καλύτερα απ' τον καθένα. Καλύτερα κι από το χαλασμένο δόντι που η γλώσσα πήγαινε συνέχεια εκεί.
Δεν είχε μάθει να κλείνει την πόρτα στο μπάνιο, να ρεύεται προσεκτικά, να ανοίγει παράθυρα να φύγουν δυσάρεστες οσμές. Ήταν όλα δικά του, κι η γύμνια του, κι η βρωμιά του κι οι θόρυβοί του. Είχε τον έλεγχο του πόσο χαμηλά ή ψηλά θα ήταν το παντζούρι, ήθελε το παράθυρο ανοιχτό έτσι, την κουρτίνα τραβηγμένη αλλιώς, το μαξιλάρι έτσι, τις εφημερίδες πεταμένες για τόσο και μετά ζυγισμένες-στοιχημένες έτσι, τη μουσική να ανοίγει και να κλείνει και να δυναμώνει και να χαμηλώνει κατά τη δική του βούληση, ήθελε τη σκόνη να φτάνει για να γράφει καρδιές, που μετά θα 'σβηνε αποφασιστικά με σούπερ-απορροφητικό πανάκι, τη χλωρίνη στο πάτωμα να κοντεύει να τον πνίξει, να πατά ξυπόλυτος και να μην νιώθει ούτε ένα ψίχουλο ανάμεσα στα δάχτυλα, ούτε μια τρίχα. Δεν ζήτησε ποτέ να τoυ κάνουν καφέ -ειδικά καφέ. Δεν ζήτησε ποτέ νερό, ποτέ το τάδε φαγητό, να του ετοιμάσουν ένα μεζέ για τσιπουράκι. Ή που θα 'λειπε το αλάτι ή που θα 'ταν λειψό το λάδι, το λεμόνι.
Λάτρευε τα πρωινά τις Κυριακές που 'ταν μόνος στο σπίτι. Από μικρός.
Άτιμο πράγμα ο έλεγχος, αδερφάκι μου.
Τον είχε κόψει τον κωλοχαρακτήρα του.
Και με παρέα, πάλι μόνος θα 'τανε.

Tuesday, June 29, 2010

...όνειρο ήτανε...

Μαμά! Μαμά!

Μόλις κλείδωσα την πόρτα. Σκοτάδι. Κοίταξα γύρω μου. Ένιωσα ασφαλής. Μα, καθώς ανέβαινα τη σκάλα, σε εκείνη την εσοχή του τοίχου, όπου πάντα φοβόμουν πως κάτι θα μπορούσε να κρύβεται, με άρπαξε ένα αόρατο χέρι, "του κακού" το λέω εγώ, και με τίναξε σ’ έναν καθρέφτη, έσπασαν τα τζάμια του, δεν φοβήθηκα μην κοπώ, φοβήθηκα που σε φώναζα και δεν άκουγες.

Μαμά! Μαμά!

Κάτι έβγαινε από το στόμα μου σαν κραυγή, σαν αναστεναγμός, έβαλα όλη μου τη δύναμη, ποτέ δεν πιστεύω ότι δεν θα με ακούσεις. Πιστεύω ότι θα κάνεις, να, έτσι το χέρι σου στον αέρα και θα τα διώξεις όλα, τους κακούς και τα στοιχειά και αυτό που με πιέζει να με πνίξει και θα μου χαϊδέψεις το μέτωπο και θα με φιλήσεις.

Ρε συ μαμά, σε φωνάζω!! Δεν ακούς…;

Έλα, και κάνε με πάλι μικρή, φόρεσέ μου εκείνη τη φούστα με το μπλε και το κόκκινο και το κίτρινο, να σου λέω πόσο δεν μ’ αρέσει, τότε προτιμούσα το κόκκινό μου σκέτο, φόρεσέ μου εκείνα τα λουστρίνια που κόντεψαν να καταστρέψουν τα πόδια μου, ίσως και να μην σου ΄λεγα ότι μ’ έσφιγγαν, τον πόνο μου δεν τον μοιραζόμουν από τότε, τον φύλαγα σε τετράδια και σε στίχους γνωστών και άγνωστων ποιητών, σε παλιά βιβλία που ανακάλυπτα πεταμένα σε μισογκρεμισμένα σπίτια και τα μάζευα, φυσούσα τη σκόνη και το ‘χα παιχνίδι να ανοίγω τυχαία μια σελίδα και να την ταιριάζω με το μεγάλο ερώτημα εκείνης της ημέρας, από τότε αναρωτιέμαι, το μυαλό μου συνέχισε ασταμάτητα να τρέχει μέχρι σήμερα, μόνο που πια το τιθασεύουν ένα δυο επιχειρήματα που ως λογικός ενήλικας άνθρωπος δεν μπορώ παρά να αποδεχτώ, τότε μου ‘φτανε να μ’ αγαπάς εσύ, έλα κι ακούμπησε με τα χέρια σου τους ώμους και τα μάγουλά μου από ψηλά, είμαι μικρή και ζεσταίνομαι και βαριέμαι, δεν ξέρω γιατί επιμένεις να κοιτάω μπροστά, θέλω να γυρίζω το κεφάλι και να βλέπω τον κόσμο, τα ιδρωμένα τους μέτωπα, τα καλά τους ρούχα της εκκλησίας, τις μετάνοιες και τα ψεύτικά τους πέδιλα τα φορτωμένα με πλαστικά πετράδια, τα στόματά τους να ανοιγοκλείνουν με ύμνους αφιερωμένους σε μια ζωή που τους είπαν πως υπάρχει εκεί μακριά για τους καλούς ανθρώπους, να μην ξεχάσω να πάω στη θεία να μου δώσει ένα κατοστάρικο που μου υποσχέθηκε, γιατί δεν μ’ άφησες στο σπίτι να βρέχω τα πόδια μου στη βρύση και να παίζω με τις λάσπες;, τι όμορφα που είναι τα μωβ σου παπούτσια, πάρε με από το χέρι να αγοράσουμε ψωμί, μου αρέσει να μαζεύω με τα δάχτυλα τη σκόνη την ανακατεμένη με το αλεύρι και τα ψίχουλα ψηλά στον πάγκο, τι ωραία που μυρίζει εδώ μέσα, το ρολόι στον τοίχο δείχνει μεσημέρι, με τραβάς από το χέρι μην αργήσουμε, είπαμε, τα ‘χεις αυτά με τον χρόνο, λες και θα σου φτάσει ποτέ, λες και μια στιγμή θα κάτσεις κάτω και θα πεις πως δεν θέλεις πουθενά να πας και τίποτα άλλο να κάνεις, πως σου αρέσει εκείνη η συγκεκριμένη στιγμή, αχ μωρέ μαμά, με τα θέλω σου και τα πρέπει σου και τα τώρα σου… Έλα! Τώρα! Ορίστε, είδες που όλα δεν γίνονται τη στιγμή που τα θέλουμε;…

Μαμά-σου-λέω! Μα πού είσαι όταν σε θέλω πιο πολύ;
Μμ...μ..α!...

Monday, June 28, 2010

Nothing else matters

"So close, no matter how far
couldn't be much more from the heart, forever trusting who we are"

Friday, May 21, 2010

"Έλα να σου βγάλω μια φωτογραφία!"

Το ζευγάρι στεκόταν μπροστά στην πύλη του εμπορικού κέντρου, παρόλη τη βροχή. Το εμπορικό όνομα φάνταζε πάνω πάνω σε έντονο ανοιξιάτικο πράσινο χρώμα, ίδιο με το παντελόνι της. Πήρε εκείνη την πόζα την άντε-βγάλε-τη-φωτογραφία-να-τελειώνουμε-μάς-βλέπει-ο-κόσμος-και-βρέχει-κιόλας, ξέρεις, εκείνη με το πόδι και τον κορμό σε μιαν ευθεία, τα χέρια κολλημένα στο πλάι, όπως εκείνες τις φωτογραφίες που μας έστηναν και μας έβγαζαν στο δημοτικό, μπροστά στον χάρτη, ή την άλλη στο θρανίο με το μολύβι στο χέρι (αγαπημένη, έδειχνε όλον μας τον ζήλο για μάθηση, καθώς και την "απρόοπτη" στιγμή που μας συνέλαβε ο φακός, να κάνουμε αυτό που ξέρουμε πολύ καλά να κάνουμε: να γράφουμε). Αυτή τη φωτογραφία θα συναντήσεις ακόμα και σήμερα αναρτημένη σε κάποια δωμάτια πατρικών σπιτιών, άσχετα αν ο/η φωτογραφιζόμενος/η ακολούθησε άλλη πορεία στο μέλλον, αρκετά μακριά από την επιμελή εκείνη πρόσοψη. Φυσικά, κανείς δεν μας φωτογράφισε το μεσημέρι να επιστρέφουμε με τη βαριά μας τσάντα, τα χτυπημένα μας γόνατα, την ώρα που πλαντάζουμε στο κλάμα, το στρίμωγμα και το σπρωξίδι μπροστά στο κυλικείο! Θα είχε μεγάλο ενδιαφέρον. Την ώρα που πίνουμε νερό στη βρύση μετά το τρέξιμο, τη μοναξιά μας στα σκαλοπάτια, την στιγμή που το στόμα ανοίγει για να απολαύσει τη ζεστή τυρόπιτα, το σκυμμένο βλέμμα μας στις παρατηρήσεις του διευθυντή την ώρα της προσευχής, στημένους έξω στο προαύλιο για την εκδρομή, τις κοριτσίστικες παρέες κάτω από τα δέντρα, τα κρυμμένα αυτοκόλλητα κάτω από τα θρανία, την υγρή μας μύτη τον χειμώνα, το δαγκωμένο μολύβι και το τσαλακωμένο τετράδιο. Ίσως αυτές οι φωτογραφίες να αποκάλυπταν πολύ περισσότερα για τη μελλοντική μας κατεύθυνση, για την προσωπικότητά μας την ίδια... Ωραία χρόνια κι εκείνα, πρόλαβα για λίγο το πλεκτό κολαρισμένο γιακαδάκι πάνω από τη μπλε ποδιά, δεν ξέρω γιατί, αλλά εκείνο το πλεκτό με τσιγκελάκι αξεσουάρ μου άρεσε πολύ. Σαν να κρυβόταν όλη η αγάπη της μαμάς μου στη λεπτή δημιουργία του. Και μαθαίνω πως έγινε ξανά της μόδας σε μεγάλους οίκους, πως το περπάτησαν καλίγραμμα μοντέλα σε διεθνείς πασαρέλες, αλλά μην με εμπιστεύεσαι πολύ για ζητήματα μόδας, ίσως να πέφτω και έξω. Ξέρω πάντως πως το μπλε πολύ θα φορεθεί φέτος το καλοκαίρι. Να το αγοράσεις.

Friday, May 14, 2010

Εν τη απουσία σου...

Όταν απομακρύνεσαι μένει εκείνο το κενό πίσω σου που λέγαμε και για πολύ λίγο θαρρείς πως παγώνουν όλα. Το ρολόι ακούγεται, μα νομίζεις ότι ο χρόνος δεν θα 'πρεπε να περνά το ίδιο όταν δεν είσαι εκεί να τον βλέπεις. Όταν εσύ δεν είσαι εκεί να τον ζεις. Δεδομένο το 'χεις πως όλα θα τα βρεις όπως τ' άφησες. Ακίνητα, στην ίδια αναμενόμενη θέση. Τα χαρτιά, το στυλό, τον καφέ σου. Τικ-τακ, τικ-τακ. Παλιοεγωιστή. Εγώ μπορώ να σου πω ό,τι γίνεται στο άδειο δωμάτιο με λεπτομέρειες. Μια σκιά μόλις σχηματίστηκε στον λευκό τοίχο και χάθηκε. Μια μύγα πήγε και στάθηκε πάνω στο γυμνό γλόμπο αφού πέρασε από το καλαμάκι σου. Στο ράφι δίπλα υπάρχουν μέρες τώρα τα ίδια έντυπα, σκονισμένα εργαλεία που μυρίζουν λάδι και σκουριά και ένα ραδιόφωνο. Κάποιος αφαίρεσε τη σκόνη στο σχήμα μιας καρδιάς που χάραξε το ιδρωμένο του δάχτυλο. Δεν το πρόσεξες, μα δεν στο 'πε κιόλας. Η ζωγραφική εκείνη πράξη συνοδεύτηκε κι από έναν βαθύ αναστεναγμό. Ακούγονται φωνές απ' έξω, μα πουθενά η δική σου. Συννέφιασε για λίγο και σκοτείνιασε, μετά βγήκε πάλι ο ήλιος. Δεν το ένιωσα, μα ένα αεράκι κούνησε τα στόρια. Τελικά, υπάρχει κι η ζωή που συνεχίζεται πίσω από την πλάτη σου. Η ζωή που βιώνεται εν τη απουσία σου. Μα έλα.